Επίκαιρη Ερώτηση Παναγιώτας Δριτσέλη στον Υπουργό Παιδείας σχετικά με την υπαγωγή των ιδιωτικών εκπαιδευτικών στο ενιαίο μισθολόγιο

 

ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ ΔΡΙΤΣΕΛΗ: Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, επανερχόμαστε σε ένα θέμα, για το οποίο η ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας είχε κληθεί να απαντήσει και για το οποίο είχαν γίνει και κάποιες δημόσιες δεσμεύσεις περίπου πριν δυο μήνες σε αυτήν εδώ την Αίθουσα.

Συγκεκριμένα, λίγες μέρες πριν ήρθε στο φως της δημοσιότητας έγγραφο υπογεγραμμένο από τον Υπουργό Παιδείας κ. Αρβανιτόπουλο, όπου αναφέρεται ότι η γνωμοδότηση με αριθμό 214/2012, σχετικά με θέματα που αφορούν την ιδιωτική εκπαίδευση, έχει γίνει δεκτή και έτσι εντάσσονται στο Ενιαίο Μισθολόγιο-Βαθμολόγιο οι ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί.

Εντούτοις, για το ίδιο θέμα έχει συζητηθεί επίκαιρη ερώτηση στις 26 Ιουλίου, από Βουλευτή μάλιστα κόμματος που μετέχει στην Κυβέρνηση, από την κ. Ρεπούση, στην οποία ο Υφυπουργός κ. Παπαθεοδώρου δήλωνε ότι θα προχωρήσει σε διάλογο, δεδομένων και των δύσκολων συνθηκών που διέπουν αυτήν τη στιγμή τη χώρα και απαιτούν συναίνεση και πνεύμα συνεργασίας. Οι ίδιες διαβεβαιώσεις δόθηκαν από τον κύριο Υφυπουργό και σε συνάντησή του με εκπροσώπους της ΟΙΕΛΕ, χωρίς ωστόσο να υλοποιηθεί ποτέ αυτός ο διάλογος.

Για το ιστορικό της υπόθεσης, η γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους για την υπαγωγή των ιδιωτικών εκπαιδευτικών στο Ενιαίο Μισθολόγιο είχε γίνει κατ’ αρχάς δεκτή από τον κ. Μπαμπινιώτη λίγο πριν τις εκλογές, για να παγώσει από την Υπηρεσιακή Υπουργό κ. Κιάου, καθώς εγείρονταν σοβαρά νομικά θέματα. Γι’ αυτό, εξάλλου, υπήρξε και η δέσμευση για διάλογο, προτού παρθούν ειλημμένες αποφάσεις.

Σημαντικό, επίσης, ζήτημα είναι και ο τρόπος υπαγωγής των εκπαιδευτικών στο ενιαίο μισθολόγιο, καθώς δεν υπάρχει μέχρι στιγμής καμμία λήψη απόφασης συγκρότησης υπηρεσιακών συμβουλίων, για να δοθούν οι βαθμοί στους εκπαιδευτικούς και αυτή η απόδοση γίνεται από τα ιδιωτικά εκπαιδευτήρια.

Συνεπώς, καταλαβαίνουμε ότι η απόδοση βαθμών από τα λογιστήρια των ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων καθιστά κατ’ αρχήν αντιποίηση αρχής, αλλά και ανακολουθία μεταξύ των πρακτικών που ακολουθήθηκαν και των δεσμεύσεων που ακούστηκαν και δημοσίως και κατ’ ιδίαν με τους εκπροσώπους.

Τέλος, πέρα από τους μισθούς, θα ήταν αμέλεια από τη μεριά μας να μην επισημάνουμε το γεγονός ότι η εν λόγω εξέλιξη θα έχει και πολύ σημαντικό αρνητικό αντίκτυπο στα δημόσια ταμεία, καθώς θα αφαιρεθούν από αυτά περίπου 20 εκατομμύρια ευρώ ανά έτος, οπότε οι μόνοι που κερδίζουν εν προκειμένω είναι οι ιδιοκτήτες των σχολείων και κανένας άλλος.

Επειδή, λοιπόν, κύριε Υπουργέ, είναι πολιτικά και ηθικά απαράδεκτος ο εμπαιγμός των ιδιωτικών εκπαιδευτικών και επειδή επιχειρείται η καταπάτηση των εργασιακών και μισθολογικών δικαιωμάτων, θα θέλαμε να ρωτήσουμε εάν έχετε σκοπό να αναιρέσετε την απόφαση με την οποία ανοίγει ο δρόμος για την υπαγωγή των ιδιωτικών εκπαιδευτικών στο Ενιαίο Μισθολόγιο και επίσης, εάν σκοπεύετε να σταματήσετε άμεσα την παράνομη μισθοδοσία των ιδιωτικών εκπαιδευτικών με βαθμούς που δεν τους έχουν αποδοθεί από το αντίστοιχο Υπουργείο μέχρι να ολοκληρωθεί ο τριμερής διάλογος.

Ευχαριστώ.

ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ (Ιωάννης Δραγασάκης): Και εμείς ευχαριστούμε.

Το λόγο έχει τώρα ο Υπουργός κ. Αρβανιτόπουλος για να απαντήσει.

Κύριε Υπουργέ, έχετε το λόγο για τρία λεπτά.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΑΡΒΑΝΙΤΟΠΟΥΛΟΣ (Υπουργός Παιδείας, Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού): Ευχαριστώ, κύριε Πρόεδρε.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, πρώτον, οι διατάξεις που εφαρμόστηκαν ή και εφαρμόζονται στους δημοσίους εκπαιδευτικούς, δηλαδή και εκείνη περί μισθολογικής και βαθμολογικής κατάταξης και εξέλιξης των εκπαιδευτικών πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας δημόσιας εκπαίδευσης λόγω ρητής παραπομπής σε αυτήν των κρίσιμων διατάξεων των άρθρων 34, παράγραφος 1 και 36, παράγραφος 1 του ν. 682/1977, είναι άμεσα εφαρμοστέες και στους ιδιωτικούς εκπαιδευτικούς.

Δεύτερον, οι νόμιμες αποδοχές των ιδιωτικών εκπαιδευτικών ακολουθούν αναγκαστικά αυτές των δημοσίων, όπως αυτές διαμορφώνονται με τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις και είναι εφαρμοστέες ευθέως αφότου ίσχυσαν. Και μιλάω για τις διατάξεις των ν. 3833/2010, 3986/2011, 4002/2011 και 4024/2011 με όλα τα μισθολογικά που συνεπάγονται.

Αυτό είναι το θεσμικό πλαίσιο και κανείς δεν μπορεί να το αμφισβητήσει.

Τώρα, η ΟΙΕΛΕ για θεμιτούς λόγους, που έχουν να κάνουν πάντοτε με τη βελτίωση των μισθών των ιδιωτικών εκπαιδευτικών και των συνθηκών που εργάζονται αμφισβήτησε αυτό το νομικό πλαίσιο.

Γι’ αυτόν το λόγο, λοιπόν, έγινε ερώτηση από τον τότε Υπουργό Παιδείας την 21η Μαρτίου 2012 στο Νομικό Συμβούλιο του Κράτους. Αυτή η ερώτηση εξετάστηκε στο Γ΄ Τμήμα του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους για την ορθότητα ή όχι του αιτήματος της ΟΙΕΛΕ, αλλά και γενικότερα για το εφαρμοστέο νομικό πλαίσιο. Η απάντηση ήταν ομόφωνη. Το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους απεφάνθη ομόφωνα στη συνεδρίαση της 9ης Απριλίου ότι οι νόμιμες αποδοχές, αλλά και το βαθμολόγιο και όλα τα συναφή των ιδιωτικών εκπαιδευτικών ακολουθούν αναγκαστικά αυτά των δημοσίων εκπαιδευτικών.

Αυτή η γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους έγινε δεκτή, όπως είπατε και εσείς, την 4η Μαΐου 2012 από τον τότε Υπουργό. Στη συνέχεια, η κ. Κιάου, η υπηρεσιακή Υπουργός, έδωσε εντολή στην αρμόδια υπηρεσία μέχρι τις εκλογές να μη δοθεί καμμία εντολή και η επόμενη πολιτική ηγεσία να στείλει σαφείς εντολές για το τι μέλλει γενέσθαι.

Η πολιτική ηγεσία δεν έχει καμία άλλη επιλογή, παρά να εφαρμόσει το γράμμα του νόμου, πόσω μάλλον όταν αυτό έχει επιβεβαιωθεί και από τη γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία έχει γίνει αποδεκτή και από την προηγούμενη πολιτική ηγεσία. Άρα, δεν υπήρχε καμμία άλλη επιλογή, παρά να δεχθούμε και τη γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία επιβεβαίωνε το ισχύον θεσμικό πλαίσιο. Και αυτό κάναμε.

ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ (Ιωάννης Δραγασάκης): Κυρία Δριτσέλη, ορίστε, έχετε το λόγο για τη δευτερολογία σας.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ ΔΡΙΤΣΕΛΗ: Κύριε Υπουργέ, πραγματικά δεν μας έχετε πείσει καθόλου με τα όσα μας έχετε πει για την υπαγωγή των ιδιωτικών εκπαιδευτικών. Γνωρίζετε πολύ καλά ότι το θέμα δεν είναι τωρινό. Μπορεί η γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους να έχει γίνει αποδεκτή, αλλά ξέρετε πολύ καλά ότι η Διευθύντρια της Ιδιωτικής Εκπαίδευσης έχει καταγγείλει αυτή τη γνωμοδότηση –και σας έχει ενημερώσει- ως παράνομη και αντισυνταγματική, καθώς δεν έχουν ακολουθηθεί μία σειρά διαδικασιών, που έπρεπε, προκειμένου να πάρει την έγκριση.

Εσείς, όμως, με ιδιαίτερη σπουδή, βιαστήκατε να την εφαρμόσετε στέλνοντας και δεύτερη εντολή εφαρμογής στην κ. Χρήστου, για να προχωρήσει άμεσα το θέμα. Η κ. Χρήστου έχει στείλει επιστολή και έχει ενημερώσει περί του θέματος και τον Πρωθυπουργό κ. Σαμαρά. Καταλαβαίνουμε, επομένως, ότι ξέρετε πολύ καλά όλοι γενικότερα στην Κυβέρνηση, αλλά και ο κ. Παπαθεοδώρου, ότι η γνωμοδότηση δεν ισχύει. Γι’ αυτό και έχει παγώσει από την κ. Κιάου.

Επίσης, τα τελευταία χρόνια, οι σχολάρχες προσπαθούν γενικότερα να μειώσουν τις αποδοχές των ιδιωτικών εκπαιδευτικών. Αναζητούν συνεχώς νομικά τεχνάσματα να απορρυθμίσουν το θεσμικό πλαίσιο που προστατεύει την εργασία στα ιδιωτικά σχολεία, παρά το γεγονός ότι η Δημόσια Διοίκηση έχει τοποθετηθεί στο θέμα. Υπάρχουν διαιτητικές αποφάσεις, εγκύκλιοι, νόμοι, τα οποία όλα καταλήγουν στο ότι η υπαγωγή των ιδιωτικών εκπαιδευτικών στο ενιαίο μισθολόγιο, κύριε Υπουργέ, δεν είναι καθόλου υποχρεωτική, καθώς είναι συν τοις άλλοις και επιζήμια για τα δημόσια ταμεία.

Οπότε, αποτελεί έκπληξη η μονομερής κίνησή σας να υιοθετήσετε τη γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ενώ είχατε δεσμευτεί μάλιστα και περί του αντιθέτου. Λέω ξανά ότι πρόκειται γι’ αυτήν την ίδια γνωμοδότηση η οποία έχει καταγγελθεί ως παράνομη και αντισυνταγματική. Θα καταθέσω στα Πρακτικά και το σχετικό έγγραφο.

(Στο σημείο αυτό η Βουλευτής κ. Παναγιώτα Δριτσέλη καταθέτει για τα Πρακτικά το προαναφερθέν έγγραφο, το οποίο βρίσκεται στο Αρχείο του Τμήματος Γραμματείας της Διεύθυνσης Στενογραφίας και Πρακτικών της Βουλής)

Θα ήθελα, επίσης, να αναφερθώ σε ορισμένες καταγγελίες, οι οποίες για την ώρα έχουν μείνει αναπάντητες από την ηγεσία του Υπουργείου και αν επιβεβαιωθούν –και αναμένουμε την απάντησή σας στο θέμα, κύριε Υπουργέ, γιατί καταθέσαμε και σχετική ερώτηση στις 18 Σεπτεμβρίου- τότε έχουμε την αίσθηση ότι το Υπουργείο τάσσεται ανοιχτά υπέρ των σχολαρχών και συμπαρατάσσεται με τους τελευταίους για την επιβολή μέτρων εργασιακού μεσαίωνα στους ιδιωτικούς εκπαιδευτικούς.

Γι’ αυτό, λοιπόν, σας ρωτώ τι έχετε να πείτε για τη σχετική καταγγελία της ΟΙΕΛΕ ότι ζήτησε το Υπουργείο Παιδείας δημοσιοποίηση αριθμών των εκπαιδευτικών που συμμετείχαν στην απεργία.

Κύριε Πρόεδρε, θα ήθελα να τονίσω ότι διαπιστώνεται χαοτική απόσταση ανάμεσα στις δεσμεύσεις του Υφυπουργού κ. Παπαθεοδώρου απ’ αυτήν εδώ την Αίθουσα και στις πράξεις της ηγεσίας του Υπουργείου, η οποία φαίνεται να λειτουργεί κατάφωρα υπέρ των θέσεων των σχολαρχών, όπως άλλωστε κάνει γενικότερα η Κυβέρνηση υπέρ των επιχειρηματικών και όχι των εργασιακών συμφερόντων.

Κύριε Υπουργέ, εσείς υπογράψατε τη γνωμοδότηση στις 3 Σεπτεμβρίου 2012. Ο κ. Παπαθεοδώρου στις 4 Σεπτεμβρίου μιλούσε με τους εργαζομένους και δεσμευόταν για διάλογο, πριν παρθεί οποιαδήποτε απόφαση.

Σας καταθέτω και το σχετικό έγγραφο.

(Στο σημείο αυτό η Βουλευτής κ. Παναγιώτα Δριτσέλη καταθέτει για τα Πρακτικά το προαναφερθέν έγγραφο, το οποίο βρίσκεται στο Αρχείο του Τμήματος Γραμματείας της Διεύθυνσης Στενογραφίας και Πρακτικών της Βουλής)

Εν κατακλείδι, πρόκειται για έναν απροκάλυπτο εμπαιγμό των ιδιωτικών εκπαιδευτικών με κατακρεούργηση των εισοδημάτων τους περί τα 27 εκατομμύρια ευρώ ανά έτος και, μάλιστα, τη στιγμή που μόνο στην Ανατολική Αττική οι απολύσεις των εκπαιδευτικών έχουν φθάσει τις εξήντα επτά, ενώ αντιθέτως τα δίδακτρα των ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων δεν έχουν μειωθεί ούτε ένα ευρώ!

Ευχαριστώ πολύ.

ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ (Ιωάννης Δραγασάκης): Ευχαριστούμε πολύ.

Ο Υπουργός Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού κ. Κωνσταντίνος Αρβανιτόπουλος έχει το λόγο για τη δευτερολογία του.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΑΡΒΑΝΙΤΟΠΟΥΛΟΣ (Υπουργός Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού): Κύριε Πρόεδρε, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, νομίζω ότι συγχέονται ορισμένα πράγματα σε αυτήν την Αίθουσα. Υπάρχει ένα σαφές θεσμικό νομικό πλαίσιο. Η γνωμοδότηση αφορούσε ορισμένα ερωτήματα γι’ αυτό το θεσμικό νομικό πλαίσιο. Η γνωμοδότηση έγινε με ομόφωνη απόφαση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους δεκτή από τον Υπουργό.

Αυτό το οποίο αναφέρετε για την υπηρεσία δεν είναι επί της ουσίας, αλλά επί του τύπου και η υπηρεσία κάνει λάθος. Η υπηρεσία τι είπε δηλαδή; Είπε ότι θα έπρεπε να έχει ακολουθήσει η αποδοχή της γνωμοδότησης την πάγια υπηρεσιακή οδό, δηλαδή να πάρει το πινακάκι με τις υπογραφές των υπαλλήλων. Αυτό δεν συμβαίνει σε γνωμοδότηση σε αίτημα το οποίο υποβάλει ο Υπουργός προς το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους και το οποίο αυτός αποδέχεται και κάνει δεκτό. Συνεπώς δεν έχει καμμία σημασία αυτό το οποίο αναφέρετε για την υπηρεσία.

Τώρα, όσον αφορά το ζήτημα το οποίο θέτετε για την ηγεσία του Υπουργείο Παιδείας, το αντιπαρέρχομαι, γιατί η ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας το μόνο το οποίο πράττει είναι να τηρεί τη νομιμότητα και να προσπαθεί με όλες τις δυνάμεις για την αναβάθμιση του εκπαιδευτικού συστήματος.

Θα σας πω όμως και τούτο. Παρά το γεγονός ότι αυτή η πράξη ήταν μονόδρομος, όπως είναι πάντοτε η τήρηση του νόμου, εγώ απέστειλα επιστολή προς τους ιδιοκτήτες των ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων και τους ζητούσα, μέσα στα πλαίσια της δεινής οικονομικής κρίσης που μαστίζει τη χώρα, να μην προχωρήσουν σε μείωση των αποδοχών των εκπαιδευτικών, αν δεν υπάρχει ανάγκη, η οποία απορρέει μέσα από την κατάσταση στην οποία βρίσκονται τα σχολεία, αλλά και αν υπάρχει τέτοια ανάγκη, αυτή η μείωση να γίνει σταδιακά, με έναν τρόπο ο οποίος δεν θα βλάπτει τα συμφέροντα των εργαζομένων.

Θα έλεγα και τούτο: Να μην ξεχνάμε ότι πάγιο αίτημα των ιδιωτικών εκπαιδευτικών και δικαίως, ήταν η σύνδεση με τους δημόσιους εκπαιδευτικούς. Θα σας έλεγα ότι αυτό θα πρέπει να ισχύει και σήμερα, γιατί αν πάψει να ισχύει και σήμερα -παρά το γεγονός ότι και οι ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί μπορεί να υποστούν μειώσεις, όπως όλοι μέσα σε αυτήν την κρίση, υπάρχει ο κίνδυνος- αυτή η σύνδεση, μέσα από τους νόμους της αγοράς να υποστούν μεγαλύτερες μειώσεις.

Άρα, θα σας έλεγα ότι αυτή η σύνδεση, η οποία ήταν πάγιο αίτημα των ιδιωτικών εκπαιδευτικών, θα πρέπει να συνεχίσει να ισχύει και σήμερα έστω και εν μέσω της κρίσης.