Ομιλία Παναγιώτας Δριτσέλη στο σχέδιο νόμου περί ναρκωτικών. Ολομέλεια Βουλής

 Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,  θα ήθελα να τοποθετηθώ με την σειρά μου επί των άρθρων 30 έως 35 του σχεδίου νόμου, τα οποία πράγματι επιχειρούν να βελτιώσουν ορισμένες χρόνιες στρεβλώσεις του ποινικού και σωφρονιστικού μας συστήματος. Η εικόνα της «φυλακής αποθήκης» που χαρακτηρίζει σήμερα το σωφρονιστικό σύστημα είναι καταρχήν μια εικόνα που απορρέει από την γενικότερη άκρως τιμωρητική λογική και λειτουργία του. Σε αυτό το σύστημα όπου η έμφαση δίνεται στον εγκλεισμό και όχι στην επανένταξη, δεν παρέχονται παρά απειροελάχιστες δυνατότητες εναλλακτικών, στην φυλακή, δρόμων.

Η εικόνα αυτή επιδεινώνεται ραγδαία από την συνήθη για τα ελληνικά δεδομένα – αλλά ακατανόητη για άλλες ευρωπαϊκές χώρες –  πρακτική της επιβολής πραγματικά εξοντωτικών ποινών, ιδιαίτερα σε σχέση με την παραβατικότητα που συνδέεται με την εξάρτηση από τις ναρκωτικά. Είναι σαφές, ότι η σκληρότητα της μέχρι σήμερα αντιμετώπισης μιας σειράς αδικημάτων που σχετίζονται με την χρήση ναρκωτικών, χωρίς να παρέχεται καμία θεραπευτική ή άλλη δυνατότητα για τον εξαρτημένο χρήστη, δεν συνάδουν σε καμία περίπτωση με το θεμελιώδες πανανθρώπινο δικαίωμα για σεβασμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.

Στα άρθρα 30 έως 35 προβλέπονται λοιπόν μια σειρά από διατάξεις που συμβάλουν στην καλύτερη νομική διασφάλιση σημαντικών δικαιωμάτων, όπως το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη, το δικαίωμα στην θεραπεία ή η αναλογικότητα της ποινής, με την έννοια της μη εξοντωτικής ποινικής μεταχείρισης του ατόμου. Προβλέπεται στο πλαίσιο αυτό, η εναλλακτική θεραπευτική μεταχείριση για τα άτομα που εμπλέκονται με το ποινικό σύστημα εξαιτίας της εξάρτησής τους από τα ναρκωτικά. Η εναλλακτική στον τιμωρητικό εγκλεισμό μεταχείριση συνδέεται με την καθολική διασφάλιση για όλους τους εμπλεκόμενους με το ποινικό σύστημα και κατά οποιαδήποτε φάση της ποινικής διαδικασίας, του δικαιώματος στην θεραπεία, εφόσον είναι εξαρτημένοι από τα ναρκωτικά.

Για την διάγνωση της εξάρτησης, το άρθρο 30 προβλέπει την διεύρυνση των στοιχείων και των δεδομένων που συνεκτιμούνται, πέρα από την προβλεπόμενη ιατρική πραγματογνωμοσύνη. Η ρύθμιση αυτή είναι ένα βήμα προς την καλύτερη διασφάλιση του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη καθώς στην σημερινή ελληνική πραγματικότητα η ιατρική πραγματογνωμοσύνη δεν είναι προσβάσιμη σε όλους, κυρίως για λόγους που οφείλονται σε ελλείψεις πόρων και υποδομών του συστήματος. Σε επιστημονικό επίπεδο επίσης, η ιατρική πραγματογνωμοσύνη μπορεί να διαγνώσει την χρήση μίας ναρκωτικής ουσίας σε ένα δεδομένο χρονικό διάστημα, δεν μπορεί να αποφανθεί όμως για τις ψυχοκοινωνικές διαστάσεις της εξάρτησης.

Σε ότι αφορά την εναλλακτική θεραπευτική προσέγγιση, κατοχυρώνεται το δικαίωμα στην πρόσβαση στην θεραπεία εντός και εκτός φυλακής. Προβλέπεται από το άρθρο 34 η δυνατότητα παρακολούθησης προγραμμάτων απεξάρτησης εντός των σωφρονιστικών ιδρυμάτων. Στην κατεύθυνση της προσπάθειας περιορισμού της πρακτικής επιβολής εξοντωτικών ποινών, η ευνοϊκή μεταχείριση που προβλέπεται από τα άρθρα 32, 33 και 35, σε περίπτωση ένταξης ή ολοκλήρωσης προγράμματος απεξάρτησης, είναι ένα θετικό βήμα. Η απόλυση υπό όρους, όπως αυτή αποσαφηνίζεται από το άρθρο 35, μπορεί επίσης να οδηγήσει εκτός φυλακής ένα σημαντικό αριθμό ανθρώπων, συμβάλλοντας ενδεχομένως και στην αποσυμφόρηση του σωφρονιστικού συστήματος.

Ακόμη, ρυθμίσεις προς την σωστή κατεύθυνση θα μπορούσαν να θεωρηθούν και εκείνες που αφορούν στην προστασία από τον εισπρακτικό καταναγκασμό των οικονομικών και διοικητικών μηχανισμών του κράτους. Η προστασία από αυτή την επιπλέον μορφή τιμωρίας που επιβάλλεται μέσω των χρηματικών ποινών για μια σειρά από αδικήματα συνδεόμενα με την εξάρτηση από τα ναρκωτικά είναι θετική εξέλιξη. Προβλέπεται συγκεκριμένα από τα άρθρα 32 και 33 η αναστολή και η διαγραφή κάθε δυσμενούς εισπρακτικού μέτρου για τους χρήστες ναρκωτικών οι οποίοι έχουν καταδικαστεί για αδικήματα που απορρέουν από την κατάσταση της εξάρτησης. Η παραδοχή, έστω και έμμεση, από τον νομοθέτη ότι εξοντωτική ποινή δεν αποτελεί μόνο ο εγκλεισμός ή η στέρηση της ελευθερίας, αλλά και η επιβολή επαχθών χρηματικών μέτρων είναι μία ομολογουμένως ενδιαφέρουσα εξέλιξη στην γενικότερη σημερινή συγκυρία.

Εντούτοις, ενώ οι ρυθμίσεις των άρθρων 30 έως 35 κινούνται σε μία θεμελιωδώς θετική λογική, σε επίπεδο εφαρμογής ενδέχεται να αποδειχτούν κενό γράμμα καθώς για να μπορέσουν να λειτουργήσουν οι εν λόγω διατάξεις θα πρέπει να υποστηρίζονται από μία διαφορετική πολιτική από αυτή που εφαρμόζεται σήμερα σε οικονομικό επίπεδο. Είναι ανεδαφικό να περιμένει κανείς να διασφαλιστεί το δικαίωμα στην θεραπεία για όλους, υποχρηματοδοτώντας την ίδια στιγμή τις δομές θεραπείας, απειλώντας με απολύσεις τους εργαζόμενους σε αυτές και γενικότερα διαλύοντας κάθε δομή κοινωνικής προστασίας για το σύνολο των πολιτών. Εκτός και αν σκοπεύει η κυβέρνηση να αντικαταστήσει το κενό που θα δημιουργηθεί από την καταστροφική οικονομική πολιτική που εφαρμόζει, με την ιδιωτικοποίηση της θεραπείας, όπως αυτή εισάγεται από άλλα άρθρα του σχεδίου νόμου. Ερωτηματικό αποτελεί επίσης πόσοι άνθρωποι θα καταφέρουν να ωφεληθούν απτά από τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν και πόσοι θα οδηγηθούν εκτός φυλακής άμεσα. Δεν είναι βέβαιο ότι οι εκτιμήσεις του υπουργείου θα επιβεβαιωθούν γιατί πολύ απλά δεν είναι ο διοικητικός μηχανισμός σε θέση να αποτυπώσει με ακρίβεια τον αριθμό φυλακισμένων και κρατούμενων στο σύνολο των σωφρονιστικών δομών της χώρας.

Είναι ανεδαφικό λοιπόν να αναμένει το υπουργείο δικαιοσύνης την βελτίωση των συνθηκών σωφρονισμού και την αποσυμφόρηση του συστήματος χωρίς την ανάπτυξη των αντίστοιχων πολιτικών προστασίας και στήριξης που επιβάλλεται να περιβάλλουν τις όποιες νομοθετικές ρυθμίσεις, ώστε αυτές να μπορέσουν να καταστούν εφαρμόσιμες. Είναι αδύνατον να επέλθει ουσιαστικό αποτέλεσμα από τις ρυθμίσεις των άρθρων που συζητάμε όταν η γενικότερη οικονομική πολιτική καθορίζεται από την δεδηλωμένη βούληση διάλυσης όλων των δομών και υπηρεσιών κοινωνικής προστασίας. Με δυο λόγια, η διασφάλιση των θεμελιωδών δικαιωμάτων δεν συνάδει με τις πολιτικές περικοπών και συρρίκνωσης του κοινωνικού κράτους. Οι νομοθετικές πρωτοβουλίες έχουν νόημα όταν εκείνοι που τις εισάγουν πιστεύουν στην εφαρμογή τους. Εν προκειμένω είναι αμφίβολο εάν πραγματικά η κυβέρνηση επιθυμεί την βελτίωση των όρων μεταχείρισης των ανθρώπων που εμπλέκονται με το ποινικό σύστημα, όταν πέραν όλων των υπολοίπων που προαναφέρθηκαν,  η συμπεριφορά της σε θέματα καταστολής και τυφλής τιμωρίας, είναι εξαιρετικά σκληρή σε άλλες περιστάσεις.