Ομιλία Π. Δριτσέλη στο πολυνομοσχέδιο Οργάνωση και λειτουργία ΕΟΠΠΕΠ, ΙΝΕΔΙΒΙΜ και άλλες διατάξεις

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, κύριε Υπουργέ, το νομοσχέδιο που συζητάμε έρχεται να συμπληρώσει μία σειρά από νομοθετικές παρεμβάσεις της Κυβέρνησης, με πιο πρόσφατη τη χθεσινή πράξη νομοθετικού περιεχομένου, με μοναδικό στόχο τη γενική υποβάθμιση του ρόλου του κράτους στο ζήτημα της παιδείας και την αναβάθμιση του ρόλου του ιδιωτικού τομέα.

Μάλιστα, αν κανείς αναγνώσει το σχέδιο νόμου που συζητάμε σήμερα παράλληλα με τον προϋπολογισμό, το μεσοπρόθεσμο, τους εφαρμοστικούς του νόμους και τις πράξεις νομοθετικού περιεχομένου της συγκυβέρνησης, θα διαπιστώσει ότι το πολιτικό κοσμοείδωλο του Υπουργείου αποτυπώνεται σε ένα ακόμα βήμα προς την πορεία κατάργησης του δημόσιου χαρακτήρα της εκπαίδευσης, καθώς η βασική λογική του παρόντος νομοσχεδίου είναι αφ’ ενός να διευκολύνει μία de facto αναβάθμιση των ιδιωτικών δομών παροχής άτυπης εκπαίδευσης μέσω ενός συστήματος πιστοποίησης προσόντων και αφ’ ετέρου να σχετικοποιήσει το ρόλο του δημοσίου σε μία σειρά από εκπαιδευτικές λειτουργίες σε όλο το φάσμα της εκπαίδευσης.

Από την άλλη μεριά, αυτή η συζήτηση έρχεται σε μία συγκυρία ιδιαίτερα αρνητική για τους εκπαιδευτικούς και για το μέλλον της δημόσιας παιδείας. Καθημερινά αντιμετωπίζουμε μία αρνητική «καινοτομία» -εντός εισαγωγικών- του Υπουργείου, σε σχέση με τους λειτουργούς της εκπαίδευσης, ενώ η κομματική λογική στην επιλογή των στελεχών της διοίκησης της εκπαίδευσης παραμένει ισχυρότερη από ποτέ.

Τελευταία τρανταχτά παραδείγματα είναι η διεύρυνση των περιοχών μετάθεσης των εκπαιδευτικών και η επιλογή των περιφερειακών διευθυντών της εκπαίδευσης, για την οποία ακόμα και προσκείμενες σε κόμματα της συγκυβέρνησης συνδικαλιστικές παρατάξεις εξέφρασαν σοβαρές διαφωνίες.

Επί της ουσίας, από το σχέδιο νόμου δημιουργούνται δύο «υπεροργανισμοί» με τη μορφή του Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου, οι οποίοι έχουν ως στόχο να ρυθμίζουν και να πιστοποιούν τις εκπαιδευτικές πρακτικές και τα επαγγελματικά προσόντα σε φορείς τυπικής και άτυπης μάθησης, εξισώνοντας έτσι την τυπική και την άτυπη μάθηση, δηλαδή εν πολλοίς τη δημόσια με την ιδιωτική εκπαίδευση σε όλο το μεταλυκειακό φάσμα.

Παράλληλα, αυτοί οι οργανισμοί μετατρέπονται σε «μαύρα κουτιά» -εντός εισαγωγικών- ως προς το εσωτερικό τους και τη διαφάνεια λειτουργίας και δαπανών τους. Οι διοικήσεις διορίζονται με αποφάσεις Υπουργού, ενώ παραδίδεται σ’ αυτές σημαντικότατη δημόσια περιουσία, χωρίς ουσιαστικές δικλίδες ασφαλείας για την πραγματική διασφάλιση του δημόσιου συμφέροντος.

Αν αποκωδικοποιήσει κανείς δε τη νομοθετική λογική στο συγκεκριμένο θέμα, θα διαπιστώσει ότι η Κυβέρνηση επιθυμεί τη δημιουργία δομών που θα ελέγχονται άμεσα από την πολιτική ηγεσία, στις οποίες οι εργασιακές σχέσεις είναι ευέλικτες και θα μπορούν να διαχειριστούν δημόσια περιουσία, να συμπράξουν ανεξέλεγκτα με τον ιδιωτικό τομέα και να διοχετεύσουν κρατικό και ευρωπαϊκό χρήμα σε ιδιώτες παρόχους άτυπης μάθησης, χωρίς κανένα φραγμό.

Την ίδια προβληματική λογική συναντά κανείς και στα υπόλοιπα ζητήματα που επιχειρεί να ρυθμίσει το εν λόγω σχέδιο νόμου. Στο τρίτο μέρος του νομοσχεδίου το Υπουργείο ασχολείται με πολύ σοβαρά εκπαιδευτικά θέματα, αλλά με τρόπο πρόχειρο, αποσπασματικό και άγρια νεοφιλελεύθερο. Πληροφορούμαστε, λοιπόν, τη θεσμοθέτηση της δυνατότητας -για πρώτη φορά στην ιστορία της ελληνικής Δημόσιας Διοίκησης- να επιλέγονται εργαζόμενοι οι οποίοι θα εργάζονται εθελοντικά.

Και βεβαίως αναφέρομαι στους καθηγητές της ελληνόγλωσσης εκπαίδευσης, για τους οποίους είχατε πει, κύριε Υπουργέ, στη σχετική συζήτηση στην επιτροπή, ότι θα την άρετε, πράγμα το οποίο ακόμα δεν έχει συμβεί και θα περιμένουμε μέχρι αύριο.

Από την άλλη, σε ιδιαίτερα ευαίσθητους εκπαιδευτικούς τομείς, όπως η ειδική αγωγή -η οποία επί χρόνια υποστελεχώνεται και υποβαθμίζεται- το Υπουργείο προσπαθεί σπασμωδικά να καλύψει διαχρονικά κενά μέσω της προσωρινής πρόσληψης ειδικού εκπαιδευτικού προσωπικού από ευρωπαϊκά χρηματοδοτικά εργαλεία, δημιουργώντας στα χαρτιά νέες εκπαιδευτικές δομές, απλά και μόνο για να εξασφαλίσει χρηματοδοτικές πιστώσεις για ένα ή δύο χρόνια, αδιαφορώντας για τα εκπαιδευτικά κριτήρια, την αποτελεσματικότητα της εκπαιδευτικής διαδικασίας ή τις επιπτώσεις που αυτή η προχειρότητα μπορεί να έχει στην ψυχοσύνθεση των παιδιών.

Στον κρίσιμο χώρο της ανώτατης εκπαίδευσης, το Υπουργείο με το σχέδιο νόμου αυτό συνεχίζει την καταστροφική πολιτική του. Και εδώ οι «καινοτομίες» εκπλήσσουν. Τα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα θα μπορούν, λοιπόν, να προσλαμβάνουν διδακτικό και εκπαιδευτικό προσωπικό, το οποίο θα πρέπει να πληρώνουν τα ίδια και όχι το κράτος με ό,τι αυτό συνεπάγεται, δηλαδή με σχέσεις εργασιακής εκμετάλλευσης και ενδεχομένως και με αδιαφάνεια.

Την ίδια στιγμή και ενώ το Υπουργείο προβάλλει την ακαδημαϊκή αριστεία ως σημαία του, θεσπίζεται η δυνατότητα κατάργησης της διδασκαλίας ξένης γλώσσας στα προγράμματα σπουδών. Και πραγματικά αναρωτιέται κανείς αν προβλέπεται ή υιοθετείται μια τέτοια προσέγγιση από άλλες χώρες της Ευρώπης ή του πλανήτη.

Ακόμα, σε σχέση με τον αθλητισμό, θα περίμενε πραγματικά κανείς μια συνολική παρέμβαση, ώστε ο αθλητισμός να συνεχίσει να είναι δικαίωμα για όλους τους πολίτες. Αντί αυτού, το Υπουργείο με ρυθμίσεις «πυροτεχνήματα» προσπαθεί να πείσει την αθλητική κοινότητα ότι ενδιαφέρεται γι’ αυτήν. Την ίδια στιγμή που το ελληνικό κράτος αποστερεί από χιλιάδες αθλούμενους τη δυνατότητα να προπονηθούν και υποβαθμίζει την όποια μέριμνα για την υγεία και την ευεξία του πληθυσμού, παρέχει ψίχουλα στους αθλητές, οι οποίοι, ενώ έχουν αφιερώσει τη ζωή τους στον αθλητισμό, θα βρεθούν στο τέλος της καριέρας τους άνεργοι και ανασφάλιστοι.

Τα κίνητρα για τον αθλητισμό, κύριε Υπουργέ, δεν μπορούν να αφορούν μόνο την εισαγωγή στα ΑΕΙ, τα οποία –σημειωτέον- κάνατε τα πάντα για να τα υποβαθμίσετε και με τα οποία δεν προβήκατε σε κανένα διάλογο. Η εισαγωγή στο πανεπιστήμιο είναι μόνο μια πτυχή της επιβράβευσης της υψηλής αθλητικής προσπάθειας, η οποία θα πρέπει να συνοδεύεται από τη μέριμνα για το μέλλον των αθλητών μας, όταν εκείνοι ολοκληρώνουν την αθλητική τους καριέρα.

Κλείνοντας, θα ήθελα να σταθώ σε ένα θέμα που απασχολεί έντονα τις ελληνικές οικογένειες. Πρόκειται για το ζήτημα των μετεγγραφών. Το Υπουργείο, πάρα πολύ αργοπορημένα και μετά από αφόρητες –προφανώς- πιέσεις της κοινωνίας, παρουσίασε μια τροπολογία για τις μετεγγραφές, η οποία χαρακτηρίζεται ολωσδιόλου ελλιπής. Οι όροι πρόσβασης στη χρήση του δικαιώματος είναι ιδιαίτερα περιοριστικοί και δεν λύνουν το πρόβλημα, ενώ από την άλλη πλευρά το σύστημα φοιτητικής μέριμνας έχει καταρρεύσει, όπως και όλες οι προνοιακές πολιτικές αυτής της χώρας.

Ο ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ έχει καταθέσει σχετική τροπολογία, την οποία και σας καλούμε να λάβετε σοβαρά υπ’ όψιν σας, διότι θεωρούμε ότι προσεγγίζει πιο προσεκτικά το θέμα και ότι αυτήν τη στιγμή απαντά στις ανάγκες της ελληνικής οικογένειας.

Τέλος, κύριε Υπουργέ, κατά τη γνώμη μας, το συγκεκριμένο σχέδιο νόμου δεν μπορεί να είναι τίποτε άλλο αυτήν τη στιγμή παρά μια παραφωνία στις πραγματικές ανάγκες της εκπαίδευσης σήμερα και, παρά τις όποιες εξαγγελίες σας, αντιβαίνει στο συμφέρον της ελληνικής νεολαίας. Με λίγα λόγια, πρόκειται για μια οπισθοχώρηση στο δημόσιο χαρακτήρα της εκπαίδευσης, άκρως επισφαλής αυτή τη στιγμή και για τη χώρα και για το δημόσιο συμφέρον στο σύνολό του. Σας ευχαριστώ.