Ομιλία Παναγιώτας Δριτσέλη στην συζήτηση του προϋπολογισμού του 2014.

Κυρίες και κύριοι βουλευτές,

Συζητάμε αυτές της ημέρες επί ενός προϋπολογισμού, ο οποίος χαρακτηρίζεται σαφώς από τεράστιες εσωτερικές αντιφάσεις, ενώ συγχρόνως αντικατοπτρίζει με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο την φοροεισπρακτική βουλιμία της κυβέρνησης και της τριμερούς εποπτείας που την ελέγχει. 45 δις φόρους λοιπόν, άμεσους και έμμεσους, προβλέπει ο συγκεκριμένος προϋπολογισμός, με κυριότερα θύματα αυτής της φοροεπιδρομής, για άλλη μια φορά, τους μισθωτούς και τους συνταξιούχους, αφήνοντας στο απυρόβλητο, όπως πάντα, τους λίγους φίλους σας που αφουγκράζεστε πιστά συνεχώς.

Συγχρόνως προβλέπεται περικοπή 3 δις σε δαπάνες από το ήδη γονατισμένο κοινωνικό κράτος, με στόχο τις συντάξεις, την κοινωνική πρόνοια, το σύστημα υγείας και την δημόσια παιδεία. Με αυτό το λογιστικό «κοκτέιλ» κατασκευάζει η κυβέρνηση το πρωτογενές πλεόνασμα, αυτό βαφτίζει επιτυχία και στην βάση αυτού του παροξυσμού στηρίζεται και η σχιζοειδής για 0,6% ανάπτυξη για το 2014 και ταυτόχρονη, ως δια μαγείας, μείωση της ανεργίας.

Αυτός είναι ο προϋπολογισμός του 2014 και όταν αγαπητοί βουλευτές της συμπολίτευσης λέτε στον ελληνικό λαό ότι τα χειρότερα έχουν περάσει, θα πρέπει να το σκέφτεστε δύο και τρεις φορές. Διότι αυτό που λέει η κυβέρνηση ξεκάθαρα και οι δανειστές, που δίθεν επί δύο μήνες μαλώνουν, είναι ότι το 2014 οι πολίτες θα πληρώσουν ότι τους έχει απομείνει, από τις διαδοχικές επιδρομές στα εισοδήματά τους, θα επιβαρυνθούν με ακόμη περισσότερους φόρους για να ζεσταθούν και θα κινδυνέψουν να χάσουν την περιουσία τους, είτε από την εφορία, είτε από τα ασφαλιστικά ταμεία, είτε από τις τράπεζες. Οι νέοι μας για άλλη μια χρονιά θα αναζητήσουν διέξοδο στις χώρες του εξωτερικού, καθώς το μέλλον που επιφυλάσσεται γι’ αυτούς διαγράφεται αρκετά ζοφερό.

Στο 67% της ανεργίας απαντάτε με απελευθέρωση των απολύσεων. Στο δικαίωμα για μόρφωση απαντάτε με το ιστορικά χαμηλό ποσοστό του 2,4% για την παιδεία και στον εκσυγχρονισμό της κοινωνίας απαντάτε με περισσότερο συντηρητισμό. Από νωρίς είχαμε επισημάνει – και έχουμε δικαιωθεί δυστυχώς – ότι αυτή η κρίση δεν πρέπει να ορίζεται μόνο με βάση τα οικονομικά μας, αλλά είναι κάτι πολύ πιο βαθύ από αυτό. Είναι πρωτίστως μια κοινωνική κρίση και μια κρίση αξιών. Αυτή η πολιτική λιτότητας για να επιτευχθεί έπρεπε να συνοδεύεται από τον αυταρχισμό. Αυτό όμως που διαφαίνεται ξεκάθαρα από την τακτική της κυβέρνησης είναι ότι πάει και ένα βήμα παραπέρα. Δεν επιβάλλει μόνο έναν εργασιακό Μεσαίωνα, αλλά κυρίως έναν κοινωνικό, όπως ο «Ξένιος Δίας», τα κέντρα κράτησης, η έλλειψη βούλησης για τον νόμο περί ιθαγένειας, το σύμφωνο συμβίωσης και το αντιρατσιστικό νομοσχέδιο.

Αλλά φυσικά, για την κυβέρνηση, αυτά αποτελούν ασήμαντες λεπτομέρειες, όπως και ο αθλητισμός, ένα αγαθό που μπορεί να λειτουργήσει ως ένα ισχυρό ανάχωμα απέναντι στον αμοραλισμό, τον ωχαδερφισμό και την ιδιοτέλεια που προτάσσει η καταστροφική πολιτική σας. Στην εξαφάνιση λοιπόν καταδικάζει ο προϋπολογισμός αυτός τον ελληνικό αθλητισμό, οι δημόσιες δαπάνες για τον οποίο αγγίζουν το τραγελαφικό 0,033% του ΑΕΠ. Με εξήντα εκατομμύρια λοιπόν υπολογίζει η κυβέρνηση να χρηματοδοτήσει την συντήρηση των δημοσίων αθλητικών υποδομών, την ανάπτυξη του ελληνικού αθλητισμού, την μαζική άθληση, τον ερασιτεχνικό αθλητισμό και τους αθλητικούς αγώνες σε όλη την Ελλάδα, ενώ ταυτόχρονα υποβαθμίζει την Γενική Γραμματεία Αθλητισμού, βγάζει στο σφυρί την δημόσια αθλητική περιουσία και απολύει εργαζομένους.

Απαράδεκτη εξέλιξη αποτελεί και η απόσυρση του Κράτους από την καταπολέμηση της μάστιγας της φαρμακοδιέγερσης, με την εκμηδένιση του προϋπολογισμού του Εθνικού Συμβουλίου Καταπολέμησης του ντόπινγκ. Είναι γνωστό ότι σχεδιάζεται η παράδοση του συστήματος ελέγχου σε ιδιωτικά εργαστήρια, ενώ την ίδια στιγμή η Παγκόσμια Ομοσπονδία Αντι-ντόπινγκ, εδώ και δύο χρόνια προειδοποιεί την ελληνική κυβέρνηση για απόσυρση της διαπίστευσής της στην χώρα.

Με άλλα λόγια, η κυβέρνηση σχεδιάζει έναν αθλητισμό εμπορικό προϊόν χωρίς κανόνες, χωρίς κανέναν έλεγχο στα οικονομικά των εταιριών που δραστηριοποιούνται οικονομικά σε αυτόν, χωρίς προστασία των αθλητών και παράλληλα η μαζική άθληση και η φυσική αγωγή στην εκπαίδευση αντιμετωπίζονται ως ασήμαντες λεπτομέρειες.

Ο ΣΥΡΙΖΑ δηλώνει σε όλους τους τόνους ότι θα ανατρέψει αυτή την ατζέντα. Η αριστερή μεταρρύθμιση στον αθλητισμό στηρίζεται σε εντελώς διαφορετικές προτεραιότητες. Στο ενιαίο σύστημα φυσικής αγωγής και αθλητισμού που έχουμε προγραμματικά παρουσιάσει, σημείο εστίασης και αφετηρίας αποτελεί η σύνδεση της άθλησης με την δημόσια υγεία και την εκπαίδευση. Αυτό πρακτικά σημαίνει ενίσχυση των δημοσίων δομών άθλησης, διασφάλιση της πρόσβασης στο κοινωνικό αγαθό του αθλητισμού, σε όσο το δυνατόν περισσότερους πολίτες και ταυτόχρονη αναβάθμιση της φυσικής αγωγής στην δημόσια εκπαίδευση.

Σε πλήρη αντίθεση με τις κυβερνητικές πολιτικές, επιδιώκουμε την αναβάθμιση του μαθήματος της φυσικής αγωγής στο ωρολόγιο πρόγραμμα του σχολείου, την ενίσχυση των σχολικών αθλητικών υποδομών και την στήριξη των αθλητικών σχολείων που το Υπουργείο Παιδείας έχει διαλύσει. Σε έναν αθλητισμό που αντιμετωπίζει τον αθλητή ως εμπόρευμα, τον φίλαθλο ως πορτοφόλι και τον πολίτη ως πελάτη, ο ΣΥΡΙΖΑ προτάσσει την άθληση ως κοινωνικό αγαθό, την κάθαρση ως απάντηση σε σκάνδαλα και νοθεύσεις, την δημοκρατική συμμετοχή όλων των φιλάθλων στην αθλητική ζωή ως αντίδοτο στην καταστολή και στον φασισμό.

Ο ΣΥΡΙΖΑ θα δώσει την μάχη ώστε να μην περάσει αυτός ο προϋπολογισμός και να μην συνεχίσει η κυβέρνηση την καταστροφική της πορεία. Στο κυβερνητικό παραλήρημα απαντάμε με ένα ριζοσπαστικό σχέδιο ανασυγκρότησης της οικονομίας, με γνώμονα τις κοινωνικές ανάγκες και με εργαλεία την δικαιοσύνη και την δημοκρατία. Δεν χρειάζεται να ξαναπούμε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ καταψηφίζει αυτόν τον προϋπολογισμό και συνάμα την πολιτική της κυβέρνησης. Αυτό όμως που πρέπει συνεχώς να υπενθυμίζουμε σε εσάς είναι ότι δεν υπάρχει καμία κοινωνική συναίνεση στις επιλογές αυτής της κυβέρνησης, που με κάθε νομοθετική της πρωτοβουλία βυθίζει ακόμα περισσότερο και την κοινωνία και την οικονομία της χώρας. Δώστε επιτέλους την ευκαιρία στον ελληνικό λαό να εκφραστεί θεσμικά.