Ομιλία Παναγιώτας Δριτσέλη στο σχέδιο νόμου “φορείς διαχείρισης προστατευομένων περιοχών και άλλες διατάξεις”. Ολομέλεια Βουλής 8.2.2018

Κυρίες και κύριοι βουλευτές, το νομοσχέδιο για τους φορείς διαχείρισης των προστατευόμενων περιοχών αποτελεί, προφανώς, μια κρίσιμη διαρθρωτική και αναπτυξιακή παρέμβαση στην κατεύθυνση της περιβαλλοντικής αειφορίας, διότι δεν ρυθμίζει μόνο διοικητικές εκκρεμότητες σε σχέση με εθνικές και ευρωπαϊκές υποχρεώσεις, όπως επιμένει η Νέα Δημοκρατία να ισχυρίζεται, αλλά κυρίως θέτει σε νέα βάση την προστασία του περιβαλλοντικού αποθέματος της χώρας στο σύνολό του. Η αξιωματική αντιπολίτευση, δυστυχώς, έχει την τάση να ερμηνεύει, πολλές φορές, με στείρους διοικητικούς όρους, τις εξελίξεις σε σχέση με την περιβαλλοντική προστασία. Την ίδια στάση, βέβαια, είχε και ως προς τη διαδικασία των δασικών χαρτών, την ίδια στάση είχε και ως κυβέρνηση, όταν είχε απαξιώσει τους φορείς διαχείρισης.
Εδώ επιτρέψτε μου να κάνω μια διαπίστωση, διότι κυρίως η αξιωματική αντιπολίτευση έχει μια προσέγγιση μικροπολιτική, μικροκομματική, αλλά και τοπικιστική συνάμα, γιατί και στελέχη της στους κατά τόπους Νομούς, αλλά και βουλευτές εδώ, από τη μια μας κάνουν κριτική για το ότι ιδρύουμε πάρα πολλούς φορείς από την αρχή – ακούσαμε και την πρόταση της Νέας Δημοκρατίας για δεκατρείς φορείς – από την άλλη, οι περισσότεροι γκρινιάζουν γιατί δεν υπάρχει αυτόνομος φορέας διαχείρισης στον Νομό.
Υπάρχουν στελέχη της Νέας Δημοκρατίας που ήταν και σε θέσεις «κλειδιά» τα προηγούμενα χρόνια και που απαξιώνουν αυτήν τη στιγμή το νομοσχέδιο, γκρινιάζουν γιατί στο Νομό Τρικάλων βάζουμε μεγαλύτερη έκταση σε περιοχές Natura, όπως είναι τα Μετέωρα για παράδειγμα, και από την άλλη βγάζουν ανακοινώσεις λέγοντας ότι για να πάρουμε έγκριση για οτιδήποτε θα πρέπει να ρωτήσουμε τα Γιάννενα, τελείως υποτιμητικά. Άρα, θα πρέπει να αποφασίσετε τι θέλετε. Θέλετε φορείς διαχείρισης; Θέλετε να έχουμε περισσότερους φορείς διαχείρισης; Θέλετε να υπάρχουν φορείς διαχείρισης που θα επεμβαίνουν σε κρίσιμα ζητήματα, όσον αφορά τις αρμοδιότητές τους ή όχι;
Γιατί η λειτουργία αυτών των φορέων μπορεί να είναι για μας ένα μέγεθος ανάπτυξης, ένα κομμάτι από την ανάπτυξη την οποία εμείς επιδιώκουμε. Εσείς από ό,τι φαίνεται, όπως πάντα θεωρείτε, ότι το περιβάλλον, οι περιοχές Natura, το φυσικό κάλλος της χώρας μπορεί να είναι άχθος, από το οποίο πρέπει οπωσδήποτε να απαλλαγείτε. Θεωρώ, όμως, ότι η λειτουργία αυτών των φορέων διαχείρισης μπορεί να συμβάλλει οριζόντια και σε αυτό που ονομάζουμε αειφόρο ανάπτυξη, κατά την άποψή μας, αλλά και στη δημιουργία διευρυμένων τοπικών και περιφερειακών σχημάτων συνεργασίας στα θέματα τοπικού αλλά και περιφερειακού ενδιαφέροντος. Και αυτή η συνεργασία, η οποία συμβαίνει βέβαια και αλλού στην Ευρώπη, συμπεριλαμβάνει τόσο τους ειδικούς επιστήμονες των επιστημών του περιβάλλοντος, τους φορείς τοπικής αυτοδιοίκησης αλλά και παραγωγικούς φορείς, οι οποίοι δραστηριοποιούνται εντός των περιοχών αυτών, με στόχο προφανώς τη διασύνδεση των τοπικών κοινωνικών με τις αναπτυξιακές προκλήσεις.
Έτσι, λοιπόν, αποτελεί στρατηγικό συμφέρον της χώρας η ενίσχυση των φορέων διαχείρισης, η σταθερή στελέχωσή τους αλλά και η οριζόντια διασύνδεσή τους με την τοπική οικονομία και κοινωνία. Και μία τέτοια επιστημονική και διοικητική πλατφόρμα, σε συνδυασμό με τη διεύρυνση των προστατευόμενων περιοχών Natura, την ανάρτηση των δασικών χαρτών, τη δημιουργία ενός νέου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου για το Κτηματολόγιο, αλλά και το αναθεωρημένο πλαίσιο για την αντιμετώπιση της αυθαίρετης δόμησης αποτελούν τους πυλώνες για την προστασία του φυσικού αποθέματος της χώρας.
Οι νέοι φορείς υπερβαίνουν, επίσης, τα τοπικά διοικητικά όρια και σχεδιάζεται να λειτουργήσουν σε μία λογική περιφερειακής διασύνδεσης. Σε πολλές περιοχές θα κληθούν να συνεργαστούν φορείς από διαφορετικές περιφέρειες και να δουλέψουν πάνω σε κοινούς στόχους. Και αυτή η πραγματικότητα παρουσιάζει προκλήσεις, αλλά ο βασικός στόχος είναι η υπέρβαση των στενών διοικητικών ορίων στη διαχείριση του φυσικού πλούτου και η ολιστική αντιμετώπιση αυτών των προκλήσεων.
Έτσι, για παράδειγμα η περιοχή των Τρικάλων ενισχύεται ουσιαστικά σε αυτό το ζήτημα της περιβαλλοντικής προστασίας, γιατί με την πρόσφατη υπουργική απόφαση για το δίκτυο Natura εντάσσεται στις προστατευτικές διατάξεις στο σύνολο του ορεινού δασικού αποθέματος του Nομού. Συμπεριλαμβάνονται τα Μετέωρα, το ορεινό σύμπλεγμα του Ασπροποτάμου και των Αντιχασίων αλλά και ολόκληρη η περιοχή του Κόζιακα και της Πίνδου. Με τις ρυθμίσεις αυτές ολόκληρη η Δυτική Θεσσαλία αποτελεί πλέον διαχειριστικό αντικείμενο των νέων φορέων, ιδιαίτερα για τον νομό. Όλη η προστατευόμενη περιοχή εντάσσεται στον φορέα διαχείρισης Εθνικού Πάρκου Τζουμέρκων, Κοιλάδας Αχελώου, Αγράφων και Μετεώρων, στη λογική μιας διαπεριφερειακής συνεργασίας, η οποία είναι απαραίτητη για την ολιστική αειφορική περιβαλλοντική διαχείριση των ορεινών αυτών περιοχών με το μοναδικό φυσικό, αρχιτεκτονικό και πολιτιστικό κάλλος.
Προφανώς και οι προκλήσεις μιας τέτοιες διευρυμένης περιοχής είναι υπαρκτές και είναι βέβαιο ότι η αποτελεσματικότητα του νέου φορέα θα κριθεί και από τις δυνατότητες έργου που τελικά θα έχει. Σε κάθε περίπτωση, όμως, η προσπάθεια πατάει πάνω σε γερά θεμέλια και είναι βέβαιο ότι με τη συνεχή στήριξη της πολιτείας θα μπορέσουμε να αναδείξουμε ακόμη περισσότερο τη μοναδικότητα αυτών των μνημείων.
Επίσης, θα είχε ενδιαφέρον να δούμε πώς οι φορείς διαχείρισης μπορούν να συνδεθούν με σπάνιους περιβαλλοντικούς αναπτυξιακούς πόρους και υποδομές που υπάρχουν και στον Νομό Τρικάλων. Συγκεκριμένα στο περιβαλλοντικό απόθεμα του Ασπροποτάμου, το οποίο καλείται να διαχειριστεί ο νέος φορέας, λειτουργούν μοναδικές υποδομές, όπως είναι ένας από τους τρεις δημόσιους πεστροφογεννητικούς σταθμούς της Ελλάδας αλλά και το τελευταίο κρατικό εργοστάσιο ξυλείας, το οποίο τροφοδοτείται από την αειφορική διαχείριση των δημοσίων δασών της περιοχής. Αυτές οι υποδομές θα πρέπει να μελετηθούν και από τους νέους φορείς διαχείρισης αλλά και από την κεντρική διοίκηση, ώστε να αξιοποιηθούν και στην κατεύθυνση της αναπαραγωγής της τοπικής βιοποικιλότητας αλλά και της διατήρησης της παραδοσιακής ανθρωπογενούς δραστηριότητας. Εφόσον, λοιπόν, κερδίσουμε αυτό το στοίχημα, δηλαδή να συνδέσουμε τους φορείς διαχείρισης με τις τοπικές κοινότητες και την παραδοσιακή διαχείριση, τότε το σύνολο του φυσικού αποθέματος θα αναβαθμιστεί.
Κλείνοντας, θα ήθελα να υπογραμμίσω το γεγονός ότι με μεθοδική δουλειά το αρμόδιο για το περιβάλλον Υπουργείο έχει συμβάλει καθοριστικά στην αλλαγή της εικόνας, σε σχέση με την περιβαλλοντική προστασία στην Ελλάδα. Αυτή η προσπάθεια θέλουμε να διευρυνθεί ακόμα περισσότερο, με στόχο την αποτύπωσή της και στο συνολικό παραγωγικό μοντέλο της χώρας και ιδιαίτερα της ελληνικής περιφέρειας. Οι Νομοί της επαρχίας έχουν ανάγκη από δυναμικές πολυπαραγοντικές προσεγγίσεις στα περιβαλλοντικά, οικονομικά, παραγωγικά και κοινωνικά προβλήματα που τους απασχολούν. Τέτοιες προσεγγίσεις μπορούν να αναπτυχθούν μέσα από το παρόν νομοσχέδιο, ενώ αντίστοιχες πρωτοβουλίες μπορούν να δημιουργηθούν και από τη βάση με τη συμμετοχή και της τοπικής αυτοδιοίκησης. Το βασικό ζητούμενο, λοιπόν, είναι να καταστεί κοινός στόχος η δίκαιη ανάπτυξη, με κοινωνική και περιβαλλοντική ανταποδοτικότητα. Σε αυτό το πλαίσιο, κατά τη γνώμη μου, οι φορείς διαχείρισης αποτελούν κομβικά, αλλά και πολύτιμα εργαλεία.