Τοποθέτηση επί της αρχής του νομοσχεδίου «Έρευνα, Τεχνολογική Ανάπτυξη και Καινοτομία και άλλες διατάξεις». Διαρκής Επιτροπή Μορφωτικών Υποθέσεων. 16/10/2014

 

Σας ευχαριστώ πολύ, κύριε Πρόεδρε. Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι σήμερα συζητάμε ένα κρίσιμο νομοσχέδιο για την ανασυγκρότηση της χώρας και αφορά και ένα συγκεκριμένο πεδίο, δηλαδή αυτό της έρευνας και της τεχνολογικής ανάπτυξης. Από τις Εισηγήσεις όλων, φαντάζομαι ότι συμφωνούμε ότι η ερευνητική υποδομή της χώρας και το επιστημονικό δυναμικό της, αποτελούν καίριους πυλώνες και θα πρέπει να διαφυλαχθούν. Για αυτό χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή, όταν σχεδιάζονται νομοθετικές παρεμβάσεις και ως προς την συνολική κατεύθυνση την οποία θα κινούνται αλλά και σε σχέση με τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά που θα πρέπει να έχει η έρευνα, ειδικά στις σημερινές συνθήκες.

Σε ότι αφορά, λοιπόν, την πρόθεση της Κυβέρνησης αλλά και της πολιτικής ηγεσίας του Υπουργείου να αναδιαρθρώσουν την ερευνητική υποδομή της χώρας αλλά και να απορυθμίσουν το πλαίσιο λειτουργίας των δημόσιων Ερευνητικών Κέντρων, από την μεριά μας, θα θέλαμε να τονίσουμε κάποια καίρια ζητήματα.

Σε σχέση, λοιπόν, με αυτό το νομοσχέδιο, θα ήταν καταρχήν χρήσιμο να τονιστεί το εξής: Ότι ουσιαστικά, δεν πρόκειται για ένα νομοσχέδιο, αλλά για δύο. Διότι από την μία, περιλαμβάνονται ζητήματα έρευνας αλλά από την άλλη υπάρχουν και πάρα πολύ σημαντικές ρυθμίσεις που αφορούν την Εθνική Επιτροπή Ατομικής Ενέργειας. Σε αυτό το σημείο θέλω να τονίσω το εξής: Ότι το σχετικό κομμάτι, δεν είχε συμπεριληφθεί στο κείμενο του νομοσχεδίου που τέθηκε προς δημόσια διαβούλευση και θα ήταν ίσως χρήσιμο, να καταλάβουμε, γιατί προστέθηκε αργότερα και χωρίς καμία δημόσια συζήτηση.

Σε ότι αφορά τα βασικά χαρακτηριστικά του σχεδίου νόμου, καθώς και την λογική του. Αυτά δεν είναι αλλά και τονίστηκαν και από άλλους συναδέλφους, εκτός από την παράδοση της έρευνας στους νόμους της αγοράς και ταυτόχρονα υπάρχει και μία πλήρης απόσυρση του κράτους, ακόμη και από την υποτυπώδη στήριξη των δημόσιων Ερευνητικών Υποδομών.   

Με αυτό το νομοσχέδιο, πλέον, η έρευνα εξαρτάται απόλυτα από την αναζήτηση ιδιωτικών πόρων και οι ερευνητές μετατρέπονται, τελικά, σε κυνηγούς κονδυλίων αν θέλω να υφίστανται ως εργαζόμενοι στα ερευνητικά κέντρα.

Αυτό το νομοσχέδιο έρχεται να ολοκληρώσει και μια γενικότερη κατεύθυνση των κυβερνήσεων των τελευταίων ετών, η οποία δεν είναι άλλη, από τη δραστική συρρίκνωση των δημόσιων πόρων για την έρευνα.

Έτσι επισφραγίζει η απόσυρση του Κράτους από τον κρίσιμο για την οικονομία και για την κοινωνία τομέα της έρευνας και παραδίδεται πλήρως το εθνικό ερευνητικό κεφάλαιο στη «ζούγκλα» της αγοράς.

Τώρα, με βάση τις γενικές κατευθύνσεις του νομοσχεδίου, το Κράτος δεν εγγυάται ούτε τα λειτουργικά έξοδα, ούτε τους μισθούς των ερευνητών, ακόμα και στα δημόσια ερευνητικά κέντρα.

Εξισώνονται θεσμικά δημόσιες ερευνητικές υποδομές με ιδιωτικές εταιρείες και διαλύεται πλήρως κάθε πλαίσιο προστασίας της εργασίας των ερευνητών, ήδη, στο πεδίο της έρευνας οι ελαστικές μορφές αποτελούν τον κανόνα.

Πλέον με αυτό το νομοσχέδιο καταργούνται και τα τελευταία εναπομείναντα εργασιακά δικαιώματα.

Το Υπουργείο Παιδείας και η Κυβέρνηση επιλέγουν να ωθήσουν τους επιστήμονες ακόμα πιο άγρια στο κυνήγι του κέρδους και το βασικό μέλημα, φαίνεται, από δω και πέρα της ερευνητικής δραστηριότητας να είναι η εξεύρεση χρημάτων για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών και των μισθών.

Η κοινωνική πρόοδος και η προστασία της επιστημονικής παραγωγής ακούγονται και επιτρέψτε μου την έκφραση «ως σύντομα ανέκδοτα» και εκτός, βέβαια και από την άκρως φιλελεύθερη λογική νομοσχέδιου, υπάρχουν και άλλα σημεία που γεννούν προβληματισμό και νομίζω ότι είναι θεμιτό.

Το πρώτο, είναι η θεσμική και η διοικητική αναδιάταξη του ερευνητικό ιστού.

Με το νομοσχέδιο αυτό, αλλάζει η θεσμική αρχιτεκτονική της έρευνας και από το κεντρικό επίπεδο μεταφέρεται σε περιφερειακό.

Συγχρόνως, η διοίκηση της έρευνας καθίσταται ακόμα πιο εξαρτημένη από την κυβερνητική πολιτική, ενώ σε κρίσιμα διαχειριστικά θέματα, όπως, για παράδειγμα, είναι αυτό των προμηθειών, βλέπουμε να δημιουργούνται και αιτιολογικές εξαιρέσεις, στις οποίες βέβαια θα αναφερθούμε αναλυτικά και στη συζήτηση επί των άρθρων.

Από την άλλη ένα πάγιο αίτημα των ερευνητών, αυτό της δημοκρατικής διοίκησης, δηλαδή, των ερευνητικών κέντρων, φαίνεται να οπισθοχωρεί ακόμα περισσότερο, καθώς με τις διατάξεις του νομοσχεδίου οι διοικήσεις των ερευνητικών κέντρων αποκόπτονται πλήρως από τον απαραίτητο δημοκρατικό έλεγχο, ενώ δεν διασφαλίζεται και ένα σταθερό πλαίσιο διαφωνίας σε ό,τι αφορά τη λήψη των διοικητικών αποφάσεων.

Για παράδειγμα, δεν είναι δυνατόν να κατανοήσουμε – αναφέρθηκε και η κυρία Φωτίου – για ποιο λόγο οι συνεδριάσεις των διοικητικών συμβουλίων, των ερευνητικών κέντρων θα πρέπει να χαρακτηρίζονται από το νόμο ως μυστικές και για ποιο λόγο κατ’ εξαίρεση τα ερευνητικά κέντρα μπορούν να προβαίνουν σε απευθείας αναθέσεις διαγωνισμών, προμηθειών για ποσά μέχρι και 140.000 ευρώ.

Βέβαια, όλα αυτά είναι ζητήματα στα οποία θα επανέλθουμε και μετά την ακρόαση των φορέων στη συζήτηση επί των άρθρων. Θα θέλαμε να ακούσουμε και την τοποθέτηση των υπουργών.

Κλείνοντας, θα ήθελα να τονίσω, ότι για το ΣΥΡΙΖΑ ο χώρος της έρευνας δεν νοείται να εξετάζεται ξεχωριστά από τον χώρο της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Η έρευνα βασική, αλλά και εφαρμοσμένη θα πρέπει να συνδέεται οργανικά και να στοχεύει στην κοινωνική πρόοδο, αλλά και στην βελτίωση των συνθηκών ζωής για όλους πολίτες.

Έτσι με αυτό το νομοσχέδιο που τα πάντα παραδίδονται στη «ζούγκλα» της αγοράς, θεωρούμε ότι αποτελεί ένα εσφαλμένο βήμα και θα οδηγήσει τελικά στο αντίθετο αποτέλεσμα από αυτό που υποτίθεται πρεσβεύει, δηλαδή, στην αποδυνάμωση των ερευνητικών δυνατοτήτων της χώρας.