Εισήγηση Παναγιώτας Δριτσέλη στο σχέδιο νόμου “Προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στις διατάξεις της Οδηγίας 2014/60/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15ης Μαϊου 2014 σχετικά με την επιστροφή πολιτιστικών αγαθών, που έχουν απομακρυνθεί παράνομα από το έδαφος κράτους-μέλους”. Ολομέλεια Βουλής. 16/12/2015

 

Κυρίες και κύριοι Βουλευτές, με την ψήφιση του παρόντος νομοσχεδίου ουσιαστικά βελτιώνεται το πλαίσιο προστασίας των πολιτιστικών αγαθών και των εθνικών μας θησαυρών, πολιτιστικοί θησαυροί, οι οποίοι έχουν πληγεί διαχρονικά από πολέμους, από κλοπές, από υφαρπαγές, από παράνομες απομακρύνσεις, από το οργανωμένο έγκλημα και την αρχαιοκαπηλία. Αμέτρητοι εθνικοί μας θησαυροί βρίσκονται σήμερα σε δημόσιες και ιδιωτικές συλλογές του εξωτερικού, ενώ το μοναδικό παγκόσμιο μνημείο του Παρθενώνα παραμένει μέχρι και αυτή τη στιγμή ακρωτηριασμένο και διαμελισμένο.

Η παράνομη εμπορία και διακίνηση πολιτιστικών αγαθών αποτελεί, επίσης, ένα παγκόσμιο και εξαιρετικά επίκαιρο πρόβλημα. Το τεράστιο εύρος του οργανωμένου εγκλήματος που δρα σε αυτό το πεδίο, αλλά και το μένος των πολέμων παγκοσμίων έχουν καταστρέψει αμέτρητους πολιτιστικούς θησαυρούς και έχουν οδηγήσει άλλους στα χέρια δαιδαλωδών κυκλωμάτων.

Η χώρα μας αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα θύματα της διαχρονικής αυτής αιμορραγίας, καθώς ένα ασύλληπτο πλήθος μοναδικών αρχαιοτήτων, αλλά και μεταγενέστερων πολιτιστικών θησαυρών βρίσκεται σήμερα πολύ μακριά από τον φυσικό του χώρο, την Ελλάδα.

Την ίδια ώρα, βλέπουμε μνημεία της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς να λεηλατούνται, να καταστρέφονται και να απειλούνται. Η περίπτωση της Παλμύρας είναι μόνο η κορυφή ενός θλιβερού σπιράλ λεηλασιών και καταστροφών αρχαιοτήτων, μοναδικών μνημείων της ανθρωπότητας. Αντίστοιχες εικόνες μπορεί να ανασύρει, δυστυχώς, κανείς αρκετές στη μνήμη του και στην πρόσφατη ιστορία της Μέσης Ανατολής, αλλά και σε προηγούμενες ιστορικές περιόδους στην Ευρώπη.

Στην Ελλάδα έχουμε βιώσει αντίστοιχα τραύματα σε όλο το φάσμα της νεότερης ιστορίας μας, με κορύφωση την καταστροφή και τον ακρωτηριασμό της Ακρόπολης στην Αθήνα, αλλά και τις λεηλασίες που συνέβησαν κατά τη διάρκεια της κατοχής.

Σήμερα, σε ό,τι αφορά την Ευρώπη, το φαινόμενο της αρχαιοκαπηλίας και της παράνομης απομάκρυνσης πολιτιστικών θησαυρών μπορεί να μη σχετίζεται με πολεμικές αναταραχές, όμως παραμένει εξαιρετικά απειλητικό. Η εμπορία αρχαιοτήτων αποτελεί μία από τις πιο διαδεδομένες μορφές οργανωμένου εγκλήματος και συνεχίζει να απειλεί την κοινή πολιτιστική μας κληρονομιά.

Με την ενσωμάτωση, λοιπόν, της εν λόγω Οδηγίας του 2014 για την επιστροφή των πολιτιστικών αγαθών που έχουν απομακρυνθεί παράνομα από το έδαφος των κρατών μελών, ερχόμαστε να βελτιώσουμε το πλαίσιο προστασίας των εθνικών μας θησαυρών. Οι βελτιώσεις που επιφέρει αυτή η Οδηγία στην προστασία των πολιτιστικών αγαθών σε ολόκληρη την Ευρώπη αποτελούν σημαντικά βήματα στην καταπολέμηση του φαινομένου και αυτό θα πρέπει να τονιστεί.

Προφανώς, όμως, η εν λόγω Οδηγία δεν αποτελεί παρά έναν ελάχιστο κοινό παρονομαστή ανάμεσα στα κράτη-μέλη και, βέβαια, δεν απαντά σε πολλά και εξαιρετικά σύνθετα ζητήματα, τα οποία αφορούν προηγούμενες ιστορικές περιόδους και μέχρι σήμερα δεν έχουν επιλυθεί.

Η Οδηγία, προφανώς, δεν απαντάει, για παράδειγμα, στο ζήτημα της επιστροφής των μαρμάρων του Παρθενώνα. Το εύρος της Οδηγίας το συγκεκριμένο τεράστιο εθνικό μας ζήτημα. Δεν απαντά, επίσης, στο θέμα της επιστροφής των αρχαιολογικών θησαυρών που απομακρύνθηκαν παράνομα κατά τη διάρκεια της κατοχής. Και τέλος, δεν απαντά, παρά σε περιορισμένο βαθμό, στα ζητήματα παράνομων απομακρύνσεων πριν από το 1993, χρονιά κατά την οποία το ζήτημα της προστασίας των εθνικών θησαυρών τέθηκε ως σημαντικό, παρεμπίπτον θέμα της δημιουργίας της ενιαίας αγοράς.

Η Οδηγία, παρόλο που κάνει σημαντικά βήματα προς τα εμπρός, δεν παύει να αποτελεί προϊόν ενός συμβιβασμού σε κοινοτικό επίπεδο και αρκετές από τις ελλείψεις της αντικατοπτρίζουν την απροθυμία ορισμένων χωρών να συμβάλουν πιο δυναμικά στο θέμα. Αρκετά κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε προηγούμενες ιστορικές περιόδους, έχουν απομακρύνει παράνομα πολιτιστικά αγαθά και από της χώρα μας, αλλά και από άλλες χώρες, οι οποίες αποτέλεσαν είτε αποικίες τους είτε περιοχές πολεμικών εκστρατειών τους.

Η ιστορική αυτή πραγματικότητα έχει διαμορφώσει την εικόνα που όλοι γνωρίζουμε και βλέπουμε στα μεγάλα μουσεία της Ευρώπης. Πολιτιστικοί θησαυροί έχουν μεταφερθεί εκεί με φιρμάνια, με δωρεές αυτοκρατόρων και βασιλέων, ενώ αμέτρητα άλλα βρίσκονται παράνομα σε ιδιωτικές συλλογές ή πωλούνται σε διεθνείς πλειστηριασμούς.

Το ερώτημα, φυσικά, που τίθεται σε αυτό το σημείο είναι, βέβαια, αν η Οδηγία που συζητάμε απαντά με αδυναμία σε όλα αυτά τα θέματα, γιατί η κύρωσή της σήμερα είναι τόσο σημαντική. Και η απάντηση είναι ξεκάθαρη: Γιατί καταφέρνει να διευρύνει την κοινή ευρωπαϊκή ρωγμή σε αυτή τη δεδομένη κατάσταση. Με την Οδηγία αυτή όλα τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης κάνουν ένα βήμα προς τα μπρος και βελτιώνουν το προηγούμενο κοινοτικό κεκτημένο, το οποίο ήταν ακόμα πιο αδύναμο.

Σε αυτήν τη λογική, υποστηρίζουμε ότι η Οδηγία κινείται σε θετική κατεύθυνση και είναι απολύτως χρήσιμη η ενσωμάτωσή της στην εθνική νομοθεσία. Οι βελτιώσεις που επιφέρει είναι, κατά βάση, τέσσερις:

Η πρώτη σχετίζεται με την απαλοιφή του παραρτήματος της προηγούμενης οδηγίας, με το οποίο ορίζονταν ρητά τα πολιτιστικά αγαθά, τα οποία εμπίπτουν στο πεδίο των σχετικών ρυθμίσεων. Η εξέλιξη αυτή σημαίνει ότι πλέον κάθε πολιτιστικό αγαθό το οποίο θεωρείται εθνικός θησαυρός, μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο διεκδίκησης και επιστροφής.

Δεύτερη βελτίωση που εισάγει η παρούσα Οδηγία είναι η παράταση μιας σειράς προθεσμιών, που αφορούν και στην αναζήτηση αλλά και στη δυνατότητα διεκδίκησης των πολιτιστικών αγαθών. Αυτές οι προθεσμίες βελτιώνονται, δίνοντας περισσότερο χρόνο στις αρχές να ολοκληρώσουν την έρευνά τους και ταυτόχρονα, επεκτείνεται και το χρονικό εύρος που αφορά στις υποθέσεις οι οποίες μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο έρευνας.

Τρίτη βελτίωση είναι η δυνατότητα χρήσης του πληροφοριακού συστήματος για την εσωτερική αγορά. Με το σύστημα αυτό διευρύνονται οι δυνατότητες αναζήτησης των πολιτιστικών αγαθών, ενισχύεται η συνεργασία ανάμεσα στα κράτη-μέλη και αυξάνεται η αποτελεσματικότητα των διαδικασιών.

Τέταρτη σημαντική βελτίωση είναι η υποχρέωση του κατόχου ενός πολιτιστικού αγαθού να αποδείξει ότι το κατέχει νόμιμα. Ο «νομέας», δηλαδή, του αγαθού, σύμφωνα με τη σχετική ορολογία της Οδηγίας, οφείλει να είναι καλόπιστος, αποδεικνύοντας ότι έχει κάνει όλες τις απαραίτητες ενέργειες κατά την κτήση του αγαθού, για να διαπιστώσει ότι δεν αποτελεί προϊόν παράνομη απομάκρυνσης.

Οι βελτιώσεις αυτές αναβαθμίζουν την προστασία των εθνικών θησαυρών σε όλο τον ευρωπαϊκό χώρο και δημιουργούν τις συνθήκες για ακόμα μεγαλύτερη προστασία των αγαθών συνολικά. Είναι σαφές ότι οι θετικές διατάξεις της Οδηγίας αντικατοπτρίζουν και τις διαχρονικές προσπάθειες της ελληνικής πολιτείας στο συγκεκριμένο θέμα και αυτό είναι χρήσιμο και δίκαιο να το επισημάνουμε. Και σε σχέση με την προσπάθεια που καταβάλλεται διαχρονικά στα θεσμικά κοινωνικά όργανα και στη δράση του αρμοδίου Υπουργείου στο θέμα, όλες οι ενέργειες που κάνουμε σήμερα εγγράφονται σε μία θετική συνέχεια όσων υλοποιήθηκαν στο παρελθόν και αυτό δεν είναι κάτι που θα πρέπει να αγνοήσουμε.

Συνεχίζουμε, κρατώντας τα όσα θετικά καταφέραμε στο παρελθόν, και παλεύουμε να προχωρήσουμε εκεί όπου τα προηγούμενα χρόνια δεν τα καταφέραμε.

Σε αυτήν τη λογική, δεν θα μπορούσαμε να μην αναφερθούμε στα ζητήματα που προέκυψαν τις τελευταίες ημέρες, και κατά τη διάρκειά της επεξεργασίας του νομοσχεδίου στην αρμόδια Επιτροπή αλλά και στο πεδίο των διεθνών εξελίξεων. Θα ήταν παράλειψη να μην αναφερθούμε στο γεγονός ότι πέρα από το ευρωπαϊκό μέτωπο σε σχέση με το θέμα της επιστροφής των εθνικών μας θησαυρών, η χώρα μας παλεύει και σε διεθνές επίπεδο. Στα πλαίσια του διεθνούς δικαίου, η Ελλάδα εργάζεται σκληρά για την επιστροφή των εθνικών μας θησαυρών, δίνει μάχες και πετυχαίνει αποτελεσματικά.

Τις μάχες αυτές τις δίνουν συντονισμένα όλα τα συναρμόδια Υπουργεία και οι διπλωματικές νίκες συνοδεύονται από απτά αποτελέσματα. Στο ίδιο πλαίσιο η αρμόδια Διεύθυνση του Υπουργείου Πολιτισμού, η οποία δίνει τις μάχες για την αναζήτηση και την επιστροφή εθνικών θησαυρών στη χώρα μας, έχει επιτύχει και εκείνη ουσιαστικά και εξαιρετικά αποτελέσματα. Εξαιρετική περίπτωση εξάλλου αποτελεί και η κεφαλή του Ερμή που επεστράφη πρόσφατα, αλλά δεν είναι και η μοναδική. Από το 2009 έχουν διεκπεραιωθεί εκατοντάδες υποθέσεις και δεκάδες πολιτιστικά αγαθά έχουν επιστρέψει στη χώρα μας. Ταυτόχρονα και στο επίπεδο της διεθνούς πολιτιστικής διπλωματίας, προχωράμε μπροστά.

Ποιος δεν επικροτεί τη σημαντική επιτυχία του Υπουργείου Εξωτερικών με την πολύ πρόσφατη απόφαση της 4ης Δεκεμβρίου της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών, με την οποία δικαιώνονται οι διεκδικήσεις της χώρας μας στο θέμα της επιστροφής των πολιτιστικών μας θησαυρών. Σε ένα πολυσύνθετο πρόβλημα, όμως, η επιστροφή των αρχαιοτήτων που έχουν κλαπεί ή απομακρυνθεί, η πολιτεία συνεχίζει να εργάζεται μεθοδικά σε πολλαπλά επίπεδα και βέβαια δεν υποκύπτει στον πειρασμό της χρησιμοποίησης του θέματος για πολιτικές ή μικροπολιτικές σκοπιμότητες.

Είναι προφανές ότι με την ενσωμάτωση της παρούσας Οδηγίας για τα πολιτιστικά αγαθά διευρύνεται ο κοινός για όλα τα κράτη – μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης δρόμος για το συγκεκριμένο ζήτημα.

Προφανώς τα βασικότερα ζητήματα παραμένουν ανοιχτά και πεδία διεκδικήσεων. Τα κυριότερα είναι φυσικά το χρονικό εύρος που θα μπορούσαν να καλύπτουν οι ρυθμίσεις, αλλά και η ασάφεια που περιβάλει μία σειρά από ορισμούς, θέματα τα οποία θα πρέπει οπωσδήποτε να ξαναδούμε και να πάρουμε πανευρωπαϊκές πρωτοβουλίες σε κάθε δυνατό επίπεδο.

Σ’ αυτήν, λοιπόν, την κατεύθυνση συνεχίζουμε να παλεύουμε και σε καμία περίπτωση δεν σταματάμε να εργαζόμαστε ούτε στο επίπεδο της επιστροφής των ακρωτηριασμένων μελών του Παρθενώνα, αλλά ούτε και σε σχέση με την επιστροφή των εθνικών μας θησαυρών που απομακρύνθηκαν κατά τη διάρκεια της ναζιστικής κατοχής. Στο θέμα αυτό, άλλωστε, θα εστιάσει και η Κοινοβουλευτική Επιτροπή για τη διεκδίκηση των γερμανικών οφειλών, η οποία έχει ήδη συσταθεί.

Ολοκληρώνοντας την εισήγηση για το παρόν νομοσχέδιο και για τα σημαντικά παρεμπίπτοντα ζητήματα που το αφορούν, θα ήθελα να κάνω και μία αναφορά σε μία τροπολογία που έχουμε καταθέσει οι Βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ και η οποία αφορά τους εργαζόμενους στον ΟΔΙΕ.

Με την τροπολογία αυτή διασφαλίζεται η ορθολογική διαδικασία μετάταξής τους σε θέσεις της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού, των νομικών της προσώπων, αλλά και του Υπουργείου Πολιτισμού και Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Με αυτήν την τροποποίηση ουσιαστικά δεν αλλάζει η προηγούμενη ρύθμιση, αλλά βελτιώνεται η δυνατότητα ορθολογικής κατανομής των εργαζομένων, χωρίς κάποιο επιπρόσθετο δημοσιονομικό κόστος και φυσικά και ο αρμόδιος Υπουργός θα την προσεγγίσει.

Κλείνοντας την εισήγησή μου στο παρόν νομοσχέδιο, θα ήθελα να υπογραμμίσω ότι συνεχίζουμε την πολυμέτωπη προσπάθειά μας για την ανασυγκρότηση της χώρας και η μάχη που δίνουμε αφορά ανεξαιρέτως όλα τα κρίσιμα και ανοιχτά θέματα. Με το σημερινό νομοσχέδιο διευρύνουμε τις δυνατότητες δράσης μας στο πεδίο της προστασίας των εθνικών μας θησαυρών.

Ταυτόχρονα με θετικές και διπλωματικές δράσεις προωθούμε το θέμα και χτίζουμε συμμαχίες στη διεθνή κοινότητα. Και με αντίστοιχη δημιουργική διάθεση και σε όλα τα υπόλοιπα μεγάλα εθνικά μας ζητήματα, θα συνεχίσουμε να εργαζόμαστε σκληρά και με μεθοδικότητα και επιμονή, θα καταφέρουμε να δικαιώσουμε τις προσδοκίες του λαού.