Ομιλία Παναγιώτας Δριτσέλη στο σχέδιο νόμου αρμοδιότητας Υπουργείου Οικονομικών, «Κώδικας Κοινωφελών Περιουσιών, Σχολαζουσών Κληρονομιών και λοιπές διατάξεις». Ολομέλεια Βουλής, 27/8/2013

 

Κυρίες και Κύριοι συνάδελφοι, το σχέδιο νόμου που συζητάμε σήμερα αποτελεί ακόμη μία προσπάθεια της κυβέρνησης για χαλάρωση του πλαισίου προστασίας της δημόσιας περιουσίας και για ευκολότερο ξεπούλημα των περιουσιακών στοιχείων του δημοσίου. Τα εθνικά κληροδοτήματα και γενικότερα η κοινωφελής περιουσία του δημοσίου αποτελούν εδώ και μερικά χρόνια διακαή πόθο των μνημονιακών κυβερνήσεων, οι οποίες προσπαθούν εναγωνίως να τα ξεπουλήσουν, με τις ευλογίες και τις παραινέσεις φυσικά των δανειστών.

Το παρόν σχέδιο νόμου επιχειρεί λοιπόν να ρυθμίσει την διαχείριση των εθνικών κληροδοτημάτων και των σχολαζουσών κληρονομιών του δημοσίου, δύο εντελώς ξεχωριστών περιπτώσεων δημόσιας περιουσίας, οι οποίες επιμελώς συγχέονται. Με το πρόσχημα του ξεπερασμένου ισχύοντος νομοθετικού πλαισίου, επιχειρείται η defacto ακύρωση της συνταγματικής προστασίας της κοινωφελούς περιουσίας του δημοσίου, το «ροκάνισμα» των πόρων των εθνικών κληροδοτημάτων και η εκποίηση όσων στοιχείων παρουσιάζουν κάποιο επενδυτικό ενδιαφέρον.

Με το κείμενο που συζητάμε σήμερα τα εθνικά κληροδοτήματα και οι σχολάζουσες κληρονομιές του δημοσίου, δύο διαφορετικές κατηγορίες κοινωφελούς δημόσιας περιουσίας, ταυτίζονται σκόπιμα, ώστε να παρακαμφθεί η συνταγματική προστασία που προσφέρει το άρθρο 109, παράγραφος 1 του Συντάγματος στην πρώτη, και είτε να αποψιλωθούν από πόρους, μέσω της υπεροφορολόγησης και των διαδικασιών εκκαθάρισης, είτε να δοθούν για θυσία στο ΤΑΙΠΕΔ, μία εταιρία «μαύρη τρύπα», μέσω της οποίας δανειστές και κυβέρνησης εκποιούν την δημόσια περιουσία.

Είναι άλλωστε χαρακτηριστική των προθέσεων της κυβέρνησης στο θέμα η πρόσφατη προσπάθεια ξεπουλήματος μιας σειράς ακινήτων στο εξωτερικό, τα οποία αποτελούσαν εθνικά κληροδοτήματα και που το ΤΑΙΠΕΔ δεν κατάφερε τελικά να ολοκληρώσει επειδή προστατεύονταν συνταγματικά. Από τέτοιου είδους θεσμικούς φραγμούς προσπαθεί η κυβέρνηση να απαλλαγεί με το παρόν σχέδιο νόμου, επιχειρώντας να «ξεγελάσει» το συνταγματικό πλαίσιο προστασίας, ή στις περιπτώσεις που κάτι τέτοιο είναι δυνατό, με το να υπεροφορολογεί τα εθνικά κληροδοτήματα μέχρι την αναγκαστική εκποίησή τους.

Μία ακόμα απόδειξη των πραγματικών προθέσεων της κυβέρνησης να ξεπουλήσει ότι μπορεί από τα εθνικά κληροδοτήματα είναι και το γεγονός ότι ιδιωτικοποιεί όλη την διαδικασία διαχείρισης και ελέγχου. Από την εκκαθάριση των βαρών των εθνικών κληροδοτημάτων μέχρι τους διαχειριστικούς ελέγχους, όλα παραδίδονται σε ιδιωτικές εταιρίες, με σκανδαλώδεις όρους και με επιβάρυνση των ίδιων των κληροδοτημάτων. Με άλλα λόγια, το Υπουργείο Οικονομικών αναγκάζει τα εθνικά κληροδοτήματα να χρηματοδοτήσουν με ίδιους πόρους την εκποίησή τους. Αυτή δυστυχώς είναι η πραγματική πρόθεση του σχεδίου νόμου.

Τα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα της χώρας κινδυνεύουν άμεσα να ζημιωθούν από το παρόν σχέδιο νόμου. Η ταύτιση των κληροδοτημάτων τους με τις σχολάζουσες κληρονομιές μπορεί να οδηγήσει σε απώλεια αυτών των περιουσιακών στοιχείων καθώς και των όποιων πόρων αυτά επιφέρουν στις κοινωφελείς εκπαιδευτικές δράσεις που υλοποιούν. Για πρώτη φορά συγχέονται τα κληροδοτήματα των ΝΠΔΔ με εκείνα του Δημοσίου. Τα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα της χώρας ζητούν, αντίθετα με την λογική του σχεδίου νόμου, να διασφαλιστεί το αυτοδιοίκητο σε συνδυασμό με δημόσιο έλεγχο της διαχείρισης και την δημιουργία μητρώου καταγραφής αυτής της περιουσίας. Πολλά ΑΕΙ άλλωστε έχουν ολοκληρώσει μόνα τους τις αντίστοιχες διαδικασίες με πλήρη διαφάνεια. Είναι επιτακτικό τέλος η κοινωφελής αυτή περιουσία να μην αποτελεί δεξαμενή φοροαφαίμαξης και να δίνεται η δυνατότητα στα ΑΕΙ να την αξιοποιούν για κοινωφελείς εκπαιδευτικούς σκοπούς χωρίς γραφειοκρατικές αγκυλώσεις.

Γίνεται πολλή συζήτηση επίσης από την κυβέρνηση για το γεγονός ότι τόσα χρόνια επικράτησε αδιαφάνεια στην διαχείριση της κοινωφελούς περιουσίας του δημοσίου και σε αρκετές περιπτώσεις κακοδιαχείριση και διαφθορά. Υπογραμμίζεται μάλιστα το γεγονός ότι ενώ από το 2001 προβλέπεται συνταγματικά η δημιουργία μητρώου κληροδοτημάτων με την καταγραφή των περιουσιακών τους στοιχείων, η υποχρέωση αυτή δεν έχει εκπληρωθεί και το σχέδιο νόμου θεραπεύει αυτό το κενό. Ενώ λοιπόν η κυβέρνηση προβάλλει τα επιχειρήματα αυτά, αποκρύπτει το γεγονός ότι υπεύθυνες για αυτή την κατάσταση είναι οι πολιτικές ηγεσίες του Υπουργείου Οικονομικών, των κομμάτων της Νέας Δημοκρατίας και του ΠΑΣΟΚ, οι οποίες φρόντισαν επιμελώς να υποβαθμίσουν την αρμόδια διοικητική διεύθυνση, διατηρώντας την σταθερά υποστελεχωμένη, ώστε να μην μπορεί να διενεργεί αποτελεσματικούς ελέγχους. Μετά από δεκαετίες απουσίας πολιτικής βούλησης, έρχονται σήμερα να παραδώσουν τον έλεγχο και την διαχείριση σε ιδιωτικές εταιρίες, χωρίς καμία διασφάλιση διαφάνειας και με δεδομένη την γενική επιθυμία για fasttrack ξεπούλημα των πάντων.

Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι κάθετα αντίθετος στο παρόν σχέδιο νόμου και δηλώνει ξεκάθαρα ότι η κοινωφελής περιουσία του δημοσίου αποτελεί κοινωνικό αγαθό και πρέπει να προστατευτεί, ώστε να μπορεί να προσφέρει στο σύνολο το έργο για το οποίο προορίζεται. Η πάταξη της κακοδιαχείρισης, όπου υπάρχει, και η τιμωρία όσων έχουν κατασπαταλήσει τους πόρους των εθνικών κληροδοτημάτων είναι για εμάς θέματα μείζονος σημασίας. Χωρίς ιδιωτικές εταιρίες, με ενίσχυση του κρατικού ελέγχου και χωρίς εξουθενωτικές φορολογικές επιβαρύνσεις που στοχεύουν στην έμμεση και νομότυπη υφαρπαγή της περιουσίας των κληροδοτημάτων. Λέμε επίσης ξεκάθαρα ότι όλες οι εκποιήσεις των περιουσιακών στοιχείων του δημοσίου μέσω του ΤΑΙΠΕΔ θα ελεγχθούν μία προς μία και δεν πρόκειται να απαλλάξουμε κανέναν από τις ευθύνες του, ούτε να αποδεχτούμε κανενός είδους ακαταλόγιστο. Αυτό, η κυβέρνηση θα πρέπει να το έχει πάντοτε κατά νου, όταν σχεδιάζει το ξεπούλημα δημοσίων «φιλέτων».

Η αξιοποίηση των πόρων της κοινωφελούς περιουσίας του δημοσίου υπέρ του κοινωνικού συνόλου αποτελεί δέσμευσή μας και αξιακή θέση της Αριστεράς. Ζητάμε πολύ συγκεκριμένα η κοινωφελής περιουσία του δημοσίου να τεθεί άμεσα στην υπηρεσία του κοινωνικού συνόλου. Έχουμε καταθέσει τις προτάσεις μας και σε τροπολογία που όπως αναμένεται θα αγνοήσει η κυβέρνηση. Ενδεικτικά λοιπόν ζητάμε τα ακίνητα των σχολαζουσών κληρονομιών που δεν έχουν βάρη, να διατίθενται για τις στεγαστικές ανάγκες ευάλωτων κοινωνικών ομάδων, ενώ τα αντίστοιχα έσοδα από ενοίκια να καλύπτουν δαπάνες διαβίωσης ανθρώπων που το έχουν ανάγκη. Ταυτόχρονα απαιτούμε επιτακτικά δημόσιο έλεγχο στην διαχείριση των εθνικών κληροδοτημάτων με απόδοση ευθυνών σε όσες περιπτώσεις αποδειχτεί απόκλιση από την κοινωφελή στόχευση, στην διαχείριση της εν λόγω περιουσίας.

Θα ήθελα τέλος να αναφερθώ και στις υπουργικές τροπολογίες που συνοδεύουν το σχέδιο νόμου που συζητάμε και ιδιαίτερα σε δύο. Σε εκείνη που αφορά την αξιοποίηση της περιουσίας της εκκλησίας και σε αυτή που ρυθμίζει την μεταφορά των μαθητών. Ως προς την πρώτη, και σε αυτή την περίπτωση ο κοινωφελής χαρακτήρας της περιουσίας αυτής αναιρείται με στόχο το ξεπούλημα, με όχημα μια εταιρία στα πρότυπα του ΤΑΙΠΕΔ, στην οποία δημόσιο και Αρχιεπισκοπή συνεταιρίζονται με τις ευλογίες προφανώς των δανειστών.

Σε σχέση με την μεταφορά των μαθητών και φέτος, όπως και κάθε χρόνο οι κωλυσιεργίες της κυβέρνησης οδηγούν σε ανάγκη νομοθετικού μπαλώματος, ώστε να εξασφαλιστεί η διαδικασία. Με τροπολογία λοιπόν παρατείνονται οι συμβάσεις με τους μεταφορείς μέχρι οι Περιφέρειες να ολοκληρώσουν τις διαδικασίας νέων διαγωνισμών. Εμείς λέμε ότι η μεταφορά των μαθητών αποτελεί υποχρέωση του Υπουργείου Παιδείας και το θέμα θα πρέπει να λυθεί με μόνιμο τρόπο, για όλες τις κατηγορίες των μαθητών και σε ολόκληρη την επικράτεια. Είναι απαράδεκτο κάθε χρόνο να εμφανίζονται τα ίδια προβλήματα και πάντοτε το θέμα να ρυθμίζεται με προσωρινό τρόπο και με μεγάλες καθυστερήσεις. Ευχαριστώ