«Η κτηνοτροφία υφίσταται πρωτόγνωρο οικονομικό στραγγαλισμό, αποτέλεσμα του υπέρογκου κόστους παραγωγής και της έλλειψης σχεδιασμού.»

 

Κύριε Υπουργέ, συζητάμε σήμερα με ιδιαίτερη καθυστέρηση –θα έλεγα- την επίκαιρη επερώτηση που κατέθεσε ο ΣΥΡΙΖΑ για τα προβλήματα της ελληνικής κτηνοτροφίας, προβλήματα που φαίνεται να επιμένουν, χωρίς το αρμόδιο Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων να απαντά με αποφασιστικότητα αλλά και με βούληση στα κρισιμότερα από αυτά και με την έλλειψη του αγροτικού σχεδιασμού για τα θέματα αυτά να είναι πλέον πιο εμφανής από ποτέ.

Κύριε Υπουργέ, μετά από δυόμισι χρόνια εφαρμογής μιας πολιτικής λιτότητας και μια χρόνια ύφεση, πλέον η αγροτική οικονομία και η οικογένεια βρίσκονται σε ένα άνευ προηγουμένου αδιέξοδο. Νομίζω ότι το συμμεριζόμαστε όλοι αυτό.

Αυτό, όμως, που δεν συμμεριζόμαστε όλοι είναι ότι εδώ και μήνες οι κτηνοτρόφοι της χώρας κρούουν, εις μάτην βέβαια, τον κώδωνα του κινδύνου, αναφορικά με την εξέλιξη της επιβίωσής τους, λόγω του «στραγγαλισμού» που υφίστανται και από το υπέρογκο κόστος παραγωγής αλλά και από την έλλειψη της ρευστότητας. Εδώ, βέβαια, θέλω να επισημάνω και το εξής, ότι όποιες υποσχέσεις είχαν δοθεί για χαμηλό ΦΠΑ από την πλευρά του Υπουργείου παραπέμφθηκαν -όπως και πολλά άλλα- στις καλένδες της τρόικας και αντί για χαμηλό ΦΠΑ οι κτηνοτρόφοι της χώρας είδαν ένα νέο χαράτσι, αυτό για τις Δηλώσεις του ΟΣΔΕ, που η διευθέτησή τους και η διεκπεραίωσή τους παραπέμφθηκε και αυτή σε ιδιώτες.

Έτσι, λοιπόν, έχουμε την αίσθηση ότι η πολιτική ηγεσία του Υπουργείου ακολουθεί μία τακτική υπεκφυγών. Θα εξηγήσω γιατί το λέω αυτό, κυρίως για το θέμα των βοσκοτόπων.

Ξέρουμε πάρα πολύ καλά ότι η διάθεση των δημοτικών εκτάσεων για βόσκηση και για εγκατάσταση ζωικού κεφαλαίου περιβάλλεται και από μία βαριά γραφειοκρατία, η οποία κυρίως εμποδίζει την κτηνοτροφική δραστηριότητα και δεν βοηθά σε κανέναν επιχειρησιακό προγραμματισμό. Κι αν αναλογιστεί κανείς, βέβαια, και την τεράστια μείωση των επιλέξιμων βοσκοτόπων -στην οποία αναφέρθηκαν και οι άλλοι συνάδελφοι μου- με σύγχρονη και παράλληλη μείωση των επιδοτήσεων, τότε πια καταλαβαίνουμε ότι αυτό το ζήτημα παίρνει τεράστιες διαστάσεις.

Αντί, λοιπόν, το Υπουργείο να προβεί σε όλες εκείνες τις απαραίτητες  πρωτοβουλίες και ενέργειες, προκειμένου να επιλύσει το ζήτημα αυτό, απεκδύεται όλες τις ευθύνες του και μάλιστα τελευταία άρχισε να ζητά από τους δήμους της χώρας να διαχειριστούν εκείνοι το θέμα της επιλεξιμότητας των βοσκοτόπων, χωρίς να τους παρέχει καμία στήριξη και κανένα μέσο για τις ενέργειες αυτές, όπως καταγγέλλεται και σε επιστολή του Δήμου Πύλης του Νομού Τρικάλων, στην οποία στηλιτεύεται η όλη διαδικασία. Θα την καταθέσω για τα Πρακτικά.

Ρωτάμε, κύριε Υπουργέ: Πώς τεκμαίρεται ότι μπορούν αυτές οι ενέργειες να διεκπεραιωθούν ως το τέλος του 2014, όταν κατά μέσο όρο σε όλους σχεδόν τους δήμους υπάρχουν ένας έως δύο γεωπόνοι οι οποίοι, όπως καταλαβαίνετε, ασχολούνται και με άλλες υπηρεσιακές υποχρεώσεις;

Ρωτάμε ακόμη αν οι υπηρεσίες είναι και νομοθετικά αλλά και διοικητικά κατοχυρωμένες για να διαχειριστούν αυτήν την κατάσταση ή αν απλώς προσπαθείτε να μετακυλίσετε τις ευθύνες από τη μια υπηρεσία στην άλλη, με τελικό χαμένο τον ίδιο τον παραγωγό. Το λέμε αυτό διότι το τελευταίο διάστημα ήταν ενδεικτικό τού πώς αντιλαμβάνεται η Κυβέρνηση αυτήν την παρουσία της Πολιτείας στις κτηνοτροφικές περιοχές.

Η υποστελέχωση και η διάλυση των υπηρεσιών, η μετακύλιση των ευθυνών από το ένα Υπουργείο στο άλλο, αποτελούν πλέον γνώριμο σκηνικό για όλους τους κτηνοτρόφους της χώρας.

Και όλα αυτά επιδρούν με τον πλέον οξύτατο τρόπο στο ζήτημα των τελευταίων μηνών, όσον αφορά την αντιμετώπιση του καταρροϊκού πυρετού. Και αυτό για μας απέδειξε και όλο το φάσμα παθογενειών στον αγροτικό τομέα, από την αδυναμία πρόληψης και αντιμετώπισης έκτακτων καταστάσεων μέχρι, λόγω της οικονομικής δυστοκίας των κτηνοτρόφων, την αδυναμία για επαρκή σίτιση και φροντίδα του ζωικού κεφαλαίου, αφού η φαρμακευτική αγωγή έχει φτάσει σε δυσθεώρητα ύψη με ανεξέλεγκτη τιμολόγηση.

Αυτή η απουσία κτηνιατρικών δομών αποτέλεσε, σύμφωνα με υπόμνημα του Κτηνιατρικού Συλλόγου Τρικάλων, το οποίο θα καταθέσω στα  Πρακτικά, μία από τις μείζονες αιτίες για την εξάπλωση και την έξαρση του καταρροϊκού πυρετού. Ο Νομός Τρικάλων είναι ένας Νομός που αυτή τη στιγμή έχει τετρακόσιες χιλιάδες αιγοπρόβατα και σαράντα χιλιάδες βοοειδή, ενώ οι κτηνιατρικές υπηρεσίες έχουν οκτώ κτηνιάτρους, κύριε Υπουργέ, εκ των οποίων οι τρεις πρόκειται να βγουν σε σύνταξη. Και δεν είναι μόνο ο καταρροϊκός πυρετός, αλλά και η λύσσα που έρχεται και σέρνεται σιγά-σιγά στον τόπο μας, αλλά και η ευλογιά και άλλα νοσήματα τα οποία μπορεί να εμφανιστούν λόγω αυτού του φοβερού σκηνικού της υποστελέχωσης και της ανοχύρωτης πολιτείας.

Ολόκληροι, λοιπόν, κτηνοτροφικοί δήμοι αφήνονται σε ένα μόλις κτηνίατρο, ο οποίος καλείται να επιβλέψει όλα αυτά τα αιγοπρόβατα και τα βοοειδή, ενώ και οι κτηνοτρόφοι αναγκάζονται να ταξιδεύουν χιλιόμετρα, προκειμένου να πάνε στις υπηρεσίες για να επισκεφτούν τον αρμόδιο κτηνίατρο.

Γι’ αυτά, λοιπόν, τα προβλήματα απαιτούμε ουσιαστικές απαντήσεις κυρίως ως προς το πώς θα αποζημιωθούν οι πληγέντες και σε ποιο βαθμό το Υπουργείο σκοπεύει να καλύψει αυτή την αποζημίωση, αν υπάρχει ένας σχεδιασμός ιδιαιτέρως για την αντιμετώπιση έκτακτων καταστάσεων, όπως αυτή του καταρροϊκού πυρετού, και τι προτίθεται να κάνει το Υπουργείο, προκειμένου να καλυφθούν όλες οι οργανικές θέσεις που υπάρχουν αυτή τη στιγμή στις κτηνιατρικές υπηρεσίες.

Τέλος, θα ήθελα να κλείσω με το εξής. Υπάρχει κάποιος σχεδιασμός για το πώς θα αντιμετωπιστεί το τεράστιο πρόβλημα που έχει προκύψει με την επιλεξιμότητα των βοσκοτόπων και την ενδεχόμενη μείωσή τους; Επίσης, με ποιο τρόπο θα διασφαλιστούν οι σχετικές ενισχύσεις οι οποίες, όπως καταλαβαίνετε, σ’ αυτήν ειδικά την εποχή είναι ιδιαίτερα κρίσιμες και ζωτικής σημασίας για τους κτηνοτρόφους της χώρας;