3

 

Ομιλία Παναγιώτας Δριτσέλη στο σχέδιο νόμου «Ίδρυση και οργάνωση Συμβουλίου Εθνικής Πολιτικής για την Παιδεία και άλλες διατάξεις». Α’ ανάγνωση. Επιτροπή Μορφωτικών Υποθέσεων. 5/9/2014

 

Ευχαριστώ, κ. Πρόεδρε. Καταρχήν, συμφωνούμε με την πρόταση του Υπουργού και του Προεδρείου, το θέμα της αξιολόγησης των ΑΕΙ και του προσωπικού είναι ένα μείζον θέμα  το οποίο έχει φέρει και σε πολύ δύσκολη θέση τα ιδρύματα. Προφανώς και η αρμόδια  Επιτροπή της Βουλής πρέπει να έχει γνώμη και ενημέρωση. Θα περιμένουμε με αγωνία, με το άνοιγμα των εργασιών τη Βουλής, πότε  θα συνεδριάσει η Επιτροπή και θέλουμε να έχουμε ενημέρωση γρήγορα ώστε να ξέρουμε και τη σύνθεση.

 Όσον αφορά στο σχέδιο νόμου, καταρχήν θέλω να ξεκινήσω την εισήγησή μου με μια γνωστή σε όλους διαπίστωση. Τον νομοσχέδιο που συζητάμε σήμερα είναι το πρώτο νομοσχέδιο που κατατίθεται από το Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων με την κανονική διαδικασία, από τον Αύγουστο του 2013. Όλο αυτό το διάστημα του ενός χρόνου, χωρίς κανονική νομοθετική διαδικασία, το Υπουργείο έχει νομοθετήσει 17 φορές μέσω υπουργικών τροπολογιών και μάλιστα χθες το βράδυ προστέθηκε και η δέκατη όγδοη. Στο πολυνομοσχέδιο που συζητείται αυτή τη στιγμή στην Ολομέλεια με τα 230 άρθρα και τις χαώδης τροπολογίες διαφόρων υπουργείων, κύριε Υπουργέ, προσθέσατε και μια τροπολογία εκπαιδευτικής αρμοδιότητας για τους κομμωτές, τους τεχνίτες περιποίησης χεριών και ποδιών και για τα μέλη ΔΕΠ. Σε αυτό το πλαίσιο θέλουμε να ρωτήσουμε εάν αυτή η ρύθμιση είναι προαπαιτούμενο και γιατί υπάρχει αυτή η βιασύνη από την στιγμή που υπάρχει η συζήτηση στην αρμόδια Επιτροπή; Γιατί κατατίθεται αυτή η τροπολογία στο πολυνομοσχέδιο και τι σχέση μπορεί να έχουν τα μέλη ΔΕΠ και η δυνατότητα να προσλαμβάνονται ως ειδικοί σύμβουλοι στα Υπουργεία με τις υπηρεσίες περιποίησης χεριών και ποδιών; Θέλουμε να επισημάνουμε ότι οι κακές συνήθειες της κυβέρνησης συνεχίζουν δυστυχώς να επηρεάζουν το νομοθετικό έργο του Υπουργείου Παιδείας και πραγματικά αναμένουμε την απάντηση του Υπουργού.

Σε ό,τι αφορά τώρα αυτό καθαυτό το νομοσχέδιο, ουσιαστικά περιλαμβάνονται τρεις δέσμες θεμάτων. Η πρώτη δέσμη θεμάτων εστιάζει στην δημιουργία ενός άτυπου γνωμοδοτικού οργάνου, του συμβουλίου εθνικής πολιτικής για την παιδεία. Το δεύτερο σχετίζεται με τα άρθρα που αφορούν στην μοριοδότηση των εκπαιδευτικών, που υπηρετούν σε δυσπρόσιτες περιοχές. Το τρίτο ζήτημα αφορά στους ιεροδιδασκάλους της ισλαμικής θρησκείας στη Θράκη. Υπάρχει, βέβαια και η διάταξη για τη φοίτηση των ατόμων με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες. Εισαγωγικά εάν θα μπορούσαμε να κάνουμε ένα σχόλιο, νομίζω ότι θα λέγαμε ότι αυτό το νομοσχέδιο δεν συνιστά μια ολοκληρωμένη παρέμβαση επί κάποιου εκπαιδευτικού ζητήματος, ούτε αντιμετωπίζει συνολικά κάποια από τα πολλά προβλήματα που έχει η δημόσια παιδεία αυτή τη στιγμή. Η γενική λογική που διέπει αυτό το νομοσχέδιο είναι εκείνη του επικοινωνιακού εντυπωσιασμού, αφού και οι περισσότερες διατάξεις του κυκλοφορούν ήδη στο δημόσιο διάλογο εδώ και εβδομάδες, ενώ τα κρίσιμα και μείζονα θέματα της εκπαιδευτικής ατζέντας δεν περιέχονται σε αυτό το κείμενο.

Συγκεκριμένα, όσον αφορά στη δημιουργία του Συμβουλίου Εθνικής Πολιτικής, πρόκειται για ένα όργανο στο οποίο προβλέπεται να συμμετέχουν όσοι έχουν διατελέσει Υπουργοί Παιδείας. Αυτή η πρόθεση του Υπουργείου, αυτομάτως μας γεννά δύο ερωτήματα. Πιστεύετε πραγματικά ότι είναι αυτό που λείπει αυτή τη στιγμή από την ελληνική εκπαίδευση; Πόσο σίγουροι είστε ότι αυτό το συμβούλιο θα έχει ως στόχο τη βελτίωση και όχι την καταστροφή της δημόσιας παιδείας; Κύριε Υπουργέ, τα τελευταία χρόνια και το ξέρετε κι εσείς πολύ καλά, η παιδεία βρέθηκε να είναι ένα προνομιακό, θα λέγαμε, πεδίο εφαρμογής σκληρών μνημονιακών μέτρων από τις εκάστοτε πολιτικές ηγεσίες του Υπουργείου, με αποτέλεσμα η εκπαιδευτική, η ακαδημαϊκή και η μαθητική κοινότητα να βρίσκεται στα κεραμίδια. Τα προβλήματα είναι πολλά και ενόψει μάλιστα της έναρξης της νέας σχολικής χρονιάς αυτά φαίνονται να πολλαπλασιάζονται και η σύσταση ενός οργάνου δεν γίνεται να προωθείται και να παρουσιάζεται ως πανάκεια απέναντι σε αυτά τα μείζονα ζητήματα που ταλανίζουν τη δημόσια παιδεία, τα τελευταία χρόνια. Ουσιαστικά φαίνεται ότι το Υπουργείο κρίνει ως επιβεβλημένη τη δημιουργία ενός οργάνου και δεν μπορούμε να καταλάβουμε το λόγο, ενός οργάνου που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και ως ένα κλειστό club πρώην Υπουργών. Επίσης, δεν κατανοούμε τη λογική του τι ακριβώς νέου θα φέρει στην εκπαιδευτική ζωή αυτό το όργανο, όταν μάλιστα ακόμα και ο κάθε καλόπιστος πολίτης θα σκεφτόταν με ευκολία ότι αρκετοί από τους διατελέσαντες Υπουργούς Παιδείας, της τελευταίας τουλάχιστον εικοσαετίας, δεν έχουν συνδέσει το όνομά τους, κατά γενική ομολογία, με τις πιο λαμπρές ημέρες και της ελληνικής εκπαίδευσης αλλά και της χώρας εν γένει. Ο ΣΥΡΙΖΑ διαφωνεί με τη δημιουργία αυτού του οργάνου, το οποίο για μας αποτελεί ένα επικοινωνιακό όχημα νεοφιλελεύθερων αλλά και αντιεκπαιδευτικών πολιτικών.

Ως προς το δεύτερο πεδίο ρυθμίσεων του νομοσχεδίου, αυτό της μοριοδότησης των εκπαιδευτικών που υπηρετούν σε δυσπρόσιτες περιοχές. Το πρώτο που θα πρέπει να δούμε είναι τι έκανε η κυβέρνηση επί του θέματος τα τελευταία χρόνια. Αυτό που συνέβη με τα προγράμματα δημοσιονομικής πολιτικής, τους προϋπολογισμούς και τα μεσοπρόθεσμα ήταν να καταργηθούν οι πιστώσεις για αναπληρωτές εκπαιδευτικούς από την τακτική χρηματοδότηση του Υπουργείου Παιδείας και επειδή εδώ και μία πενταετία δεν γίνονται διορισμοί εκπαιδευτικών και οι συνταξιοδοτήσεις δεν αναπληρώνεται, οι αναπληρωτές ήταν απολύτως απαραίτητοι για τη δημόσια εκπαίδευση. Άρα, τι κάνει το Υπουργείο; Προτείνει ουσιαστικά ελαστικότερες συμβάσεις για να ξαναπροσλάβει τους αναπληρωτές που απέλυσε, αλλά αυτή τη φορά τους ονομάζει αναπληρωτές ΕΣΠΑ, αναπληρωτές μειωμένου, πάντως κοινός παρονομαστής όλων αυτών των νεολογισμών είναι το γεγονός ότι σε όλους αυτούς τους εκπαιδευτικούς πρόκειται να δοθούν μισθοί πείνας και μια εργασία που δεν θα έχει δικαιώματα. Συγκεκριμένα, όσον αφορά στη μοριοδότηση αναρωτιόμαστε τι νόημα έχει αυτή η μοριοδότηση και πού ακριβώς θα προσμετράται από τη στιγμή που οι πίνακες προϋπηρεσίας έχουν κλειδώσει από το 2010, με βάση και τις διατάξεις του νόμου 3848. Δηλαδή, το Υπουργείο λέει σε έναν εκπαιδευτικό «πήγαινε αναπληρωτής σε μια περιοχή μακριά από το σπίτι σου, πάρε ένα μισθό της τάξης των 570€ και το Υπουργείο θα σε ανταμείψει με μόρια, τα οποία δεν θα μετράνε στην προϋπηρεσία σου, γιατί οι σχετικοί πίνακες έχουν κλειδώσει». Όπως καταλαβαίνετε υπάρχει μια αντίφαση στο θέμα αυτό που θα πρέπει να αποσαφηνισθεί και από την πλευρά του Υπουργείου. Επίσης, είναι απαραίτητο να καθιερωθεί ένα σταθερό σύστημα μοριοδότησης των εκπαιδευτικών. Αφετέρου, υπάρχει ανάγκη, με βάση και τις νέες συνθήκες, τη νέα πραγματικότητα, να αναμορφωθούν οι κατηγορίες μοριοδότηση των σχολικών μονάδων; Προφανώς και υπάρχει. Εάν δεν γίνει αυτό, δηλαδή εάν δεν προσαρμοστούν οι κατηγορίες μοριοδότησης των σχολικών μονάδων στις νέες συνθήκες και τις οικονομικές και τις κοινωνικές, τότε με κανέναν τρόπο και επ ουδενί δεν πρόκειται να στηριχτούν ούτε τα σχολεία επαρκώς, ούτε οι εκπαιδευτικοί των νησιωτικών, ορεινών και γενικά των δυσπρόσιτων περιοχών, ούτε τα παιδιά και οι κάτοικοι των περιοχών αυτών. Έτσι, αναμένουμε να αποσαφηνιστούν αυτά τα θέματα. Συγκεκριμένα τι προτίθεται να πράξει το Υπουργείο με τους πίνακες των αναπληρωτών, οι οποίοι έχουν κλειδώσει από το 2010 και πως θα στηρίξει την εργασία των αναπληρωτών εκπαιδευτικών, που επιτελούν εκπαιδευτικό έργο, ομολογουμένως σε πάρα πολύ δύσκολες συνθήκες.

Όσον αφορά στο άρθρο 6 που πραγματεύεται το νομοσχέδιο, για το θέμα των ιεροδιδασκάλων στης ισλαμικής θρησκείας, σε συνέχεια του νόμου 3536 του 2007, αλλά και της τροποποίησης από τον νόμο 4115, τον Ιανουάριο του 2013. Αυτό που προβλέπεται είναι να μπορούν να ανανεώνονται οι συμβάσεις των ιεροδιδασκάλων που διορίστηκαν στις μουφτείες της Θράκης. Επίσης τροποποιούνται και τα κριτήρια επιλογής των ιεροδιδασκάλων προσθέτοντας στις σχετικές κατηγορίες και τους αποφοίτους της ΕΠΑΘ, ενώ παράλληλα προβλέπεται ότι οι εν λόγω ιεροδιδάσκαλοι θα μπορούν να διδάσκουν, εφόσον το επιθυμούν, μαθήματα μουσουλμανικής εξειδίκευσης καθώς και την αραβική γλώσσα στα δύο μουσουλμανικά ιεροσπουδαστήρια της Κομοτηνής και του Εχίνου της Ξάνθης μετά από απόφαση του αρμόδιου περιφερειακού διευθυντή. Αυτές οι διατάξεις έρχονται σε συνέχεια της τροπολογίας που είχε ψηφιστεί τον Ιανουάριο του 2013. Παράλληλα και νομίζω ότι από όλους είναι αποδεκτό, το θέμα αυτό δεν αποτελεί μόνο ένα εκπαιδευτικό ζήτημα, αλλά αποτελεί και ένα θέμα που αγγίζει τις θρησκευτικές ευαισθησίες των μουσουλμάνων της Θράκης. Σε αυτό το πλαίσιο θα πρέπει να το αντιμετωπίσουμε με την ανάλογη νηφαλιότητα, αλλά και με διάθεση συνεννόησης με την τοπική κοινωνία, κυρίως για να μην διαταραχθούν και όλες οι προσπάθειες που έχουν γίνει για τη γενικότερη αναβάθμιση της δημόσιας εκπαίδευσης στην περιοχή. Ταυτόχρονα, δεν γίνεται και να μην υπογραμμιστεί ότι οι πολιτικές που έχουν επιβληθεί στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα, όπως αυτή που προανέφερα με τους αναπληρωτές, πλήττουν πρωτίστως ακριτικές περιοχές, με ιδιαίτερες εκπαιδευτικές ανάγκες, όπως είναι η Θράκη, τα νησιά, η ορεινή κορυφογραμμή της χώρας.

Με δύο λόγια, αυτό που απαιτείται, κατά την άποψή μας, είναι ένας ουσιαστικός και εποικοδομητικός διάλογος, μακριά από φανατισμούς και κυρίως στήριξη στον παραγωγικό και εκπαιδευτικό ιστό της Θράκης, που κινδυνεύει από τις μνημονιακές πολιτικές που βιώνουμε τα τελευταία χρόνια.

Το τελευταίο ζήτημα είναι αυτό που αφορά σε ένα γενικότερο θέμα, αυτό της προσβασιμότητας των ελληνικών Α.Ε.Ι. στους φοιτητές με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες. Στο θέμα εντάσσεται και η πρόσβαση στο χώρο προφανώς, αλλά και η πρόσβαση στη γνώση. Είναι νομίζω γνωστό ότι εδώ και τόσα χρόνια τα ελληνικά Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα υπολείπονται των αντίστοιχων ευρωπαϊκών στα θέματα διασφάλισης της απρόσκοπτης φοίτησης στους φοιτητές είτε με κινητικά προβλήματα είτε με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες.

Σε αυτή την κατεύθυνση, ρωτάμε το Υπουργείο τι προτίθεται να κάνει, διότι η θεραπεία δεν είναι να καταργηθεί η παράγραφος 2 του άρθρου 35 του νόμου 3794/09. Προφανώς η επιστήμη και τεχνολογία παρέχουν σήμερα δυνατότητες χωρίς όρια και η εκπαιδευτική και η ακαδημαϊκή διαδικασία μπορεί να ωφεληθεί από αυτές τις εξελίξεις, ωστόσο το βασικό ζητούμενο είναι να δημιουργηθούν και οι κατάλληλες υποδομές στα Α.Ε.Ι., ώστε να καταστεί εφικτή η φοίτηση σε όλους και το ίδιο θέμα βέβαια αντιμετωπίζει και η ειδική εκπαίδευση της χώρας.

 Άρα, ο πυρήνας του προβλήματος δεν είναι οι νομοθετικές αγκυλώσεις που προφανώς υπάρχουν. Το πρόβλημα είναι ότι δεν υπάρχουν οι πόροι για τη δημιουργία δομών υποστήριξης της διδασκαλίας.

Συνεπώς, τι δεσμεύσεις υπάρχουν ώστε πρώτον, να γίνουν ουσιαστικά βήματα για τη διευκόλυνση της προσβασιμότητας, να προσληφθεί το απαραίτητο βοηθητικό εκπαιδευτικό προσωπικό και να ανανεωθούν τα τεχνολογικά μέσα υποβοήθησης της διδασκαλίας; Με λίγα λόγια, κύριε Υπουργέ, τι εφόδια παρέχονται στους φοιτητές, που θα εισαχθούν στα Α.Ε.Ι. ή στα Τ.Ε.Ι. της χώρας, ώστε απρόσκοπτα να ολοκληρώσουν τις σπουδές τους και να πάρουν τα πτυχία τους;

Ο ΣΥΡΙΖΑ εισηγείται αρνητικά επί της αρχής του νομοσχεδίου, καθώς δεν πιστεύει ότι ένα συμβούλιο που θα αποτελείται από πρώην υπουργούς αποτελεί τη θεραπεία για τα προβλήματα της δημόσιας εκπαίδευσης της χώρας. Εκτιμούμε ότι αυτό το όργανο θα λειτουργήσει στα πλαίσια της επικοινωνιακής νομιμοποίησης βλαπτικών πολιτικών για τη δημόσια παιδεία.

Σε ό,τι αφορά τέλος στις στις επιμέρους διατάξεις θα έχουμε την ευκαιρία να συζητήσουμε αύριο και με τους φορείς, αλλά και επί των άρθρων και ενημερώνω ότι έχουμε καταθέσει και τρεις τροπολογίες, μια για την κατάργηση των διατάξεων περί διαγραφής φοιτητών, που κατατέθηκε χθες, μια για την προαγωγή των μαθητών της Α΄ Λυκείου, αλλά και μία για τους εκπαιδευτικούς που βρίσκονται σε διαθεσιμότητα, οι οποίες κατατέθηκαν σήμερα και τις οποίες θα αναπτύξω στη συζήτηση επί των άρθρων.