Ομιλία της Παναγιώτας Δριτσέλη, στα πλαίσια της συζήτησης του σ/ν «Εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών κατά την άσκηση αυτοτελούς επαγγελματικής δραστηριότητας – εναρμόνιση της νομοθεσίας με την Οδηγία 2010/41/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 7ης Ιουλίου 2010». Ολομέλεια Βουλής

 

Το σχέδιο νόμου το οποίο καλούμαστε να συζητήσουμε στη σημερινή Ολομέλεια και που αφορά στην ενσωμάτωση στην ελληνική έννομη τάξη της Οδηγίας 41/2010 της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε σχέση με την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών κατά την άσκηση αυτοτελούς επαγγελματικής δραστηριότητας, είναι καταρχήν ένα θετικό βήμα στην περαιτέρω νομική εξασφάλιση της ισότητας ανάμεσα στα δύο φύλα.

Ωστόσο, αξίζει να σημειωθεί ότι η χρονική περίοδος κατά την οποία συζητείται συμπίπτει με την εφαρμογή μιας σειράς δυσβάσταχτων μέτρων λιτότητας, τα οποία συνοδεύονται από χιλιάδες προσωπικά δράματα συμπολιτών μας που αντιμετωπίζουν σοβαρότατα προβλήματα επιβίωσης εξαιτίας των μέτρων αυτών.

Συμπίπτει, επίσης και με μια πρωτόγνωρη προσπάθεια υποβάθμισης του κοινοβουλευτικού έργου από την Κυβέρνηση, η οποία αντιμετωπίζει τον κοινοβουλευτικό έλεγχο ως φορτίο από το οποίο προσπαθεί να απαλλαγεί καταφεύγοντας στην απαράδεκτη πρακτική των πράξεων νομοθετικού περιεχομένου για σοβαρότατα θέματα που άπτονται ζητημάτων βαρύνουσας στρατηγικής σημασίας.

Εκτός από τα σημεία του σχεδίου νόμου τα οποία βρίσκουν σύμφωνο το ΣΥΡΙΖΑ/Ενωτικό Κοινωνικό Μέτωπο ούτως ή άλλως, υπάρχουν και άλλα τα οποία επισημάναμε και στις σχετικές συνεδριάσεις της Επιτροπής και τα οποία θεωρούμε εκ των ουκ άνευ, προκειμένου αυτό το σχέδιο να μην μείνει στα χαρτιά, αλλά να τεθεί άμεσα σε εφαρμογή.

Προκύπτει, δηλαδή, μια σοβαρότατη εκκρεμότητα για την πλήρη εφαρμογή των όσων προβλέπονται, η οποία δεν είναι άλλη από τη διασφάλιση των απαραίτητων κονδυλίων σε σχέση με την καταβολή του επιδόματος μητρότητας στις αυτοαπασχολούμενες εργαζόμενες γυναίκες, διότι δεδομένων και των συνθηκών υπάρχει πιθανότητα αυτή να προσκρούσει στην άρνηση των δανειστών μας, καθώς επίσης παρατηρείται και η απουσία των κριτηρίων απόδοσης αυτού του επιδόματος, με βάση τα οποία θα αποσαφηνιστεί αν πρόκειται τελικά για ένα καθολικό δικαίωμα ή για ένα κενό γράμμα.

Θα είχε ενδιαφέρον, λοιπόν, να μας πει η Κυβέρνηση σαφώς πότε ακριβώς σκοπεύει να εκδώσει την Κοινή Υπουργική Απόφαση που θα ρυθμίζει αυτά τα θέματα και ποιο σκοπεύει να είναι το εύρος εφαρμογής της, διότι αναλογιζόμενος κανείς την πρακτική της Κυβέρνησης, αβίαστα παρατηρεί ότι όταν πρόκειται για κάθε λογής αντιλαϊκά μέτρα η Κυβέρνηση λειτουργεί με τη διαδικασία του κατεπείγοντος, όμως, δεν φαίνεται να υιοθετεί την ίδια λογική, όταν πρόκειται να διασφαλίσει δικαιώματα και κυρίως να τα επιχορηγήσει.

Θυμίζω σε αυτό το σημείο ότι στην Ελλάδα οι αυτοαπασχολούμενες γυναίκες λάμβαναν μετά τη γέννα επίδομα τοκετού 800 ευρώ περίπου από τον ΟΑΕΔ, ποσό που καταργήθηκε τον Ιούλιο του 2012, ενώ η μόνη ευνοϊκή ρύθμιση που διατηρείται αφορά στη μείωση των εισφορών για διάστημα ενός χρόνου περίπου μετά τον τοκετό.

Γενικώς επικρατεί μία μινιμαλιστική λογική στη μεταφορά της συγκεκριμένης Ευρωπαϊκής Οδηγίας στο εθνικό δίκαιο. Ενώ στο κείμενο της Οδηγίας και συγκεκριμένα στο άρθρο 7 προβλέπεται η δυνατότητα επέκτασης των ίδιων δικαιωμάτων κοινωνικής προστασίας στους συζύγους ή τους συντρόφους συμβίωσης των αυτοαπασχολούμενων εργαζομένων -γεγονός που θα μπορούσε να αποτελέσει ένα ακόμη σημαντικό βήμα για την προώθηση της πραγματικής ισότητας και τη διεύρυνση των δικαιωμάτων κοινωνικής προστασίας σε έναν ευρύτερο πληθυσμό- στο σχέδιο νόμου αυτή η διάταξη δεν εμφανίζεται. Το Υπουργείο Εργασίας υιοθετεί, δηλαδή, τη λογική του όσον το δυνατόν λιγότερο, εξαντλώντας τη δυνατότητα που του παρέχει η διατύπωση της Οδηγίας.

Λόγω της ανακολουθίας, λοιπόν, των λόγων και των έργων της Κυβέρνησης και των ανάλγητων πρακτικών της σε κοινωνικό επίπεδο πρέπει να τονιστεί και το εξής, ότι δεν επιτρέπεται με πρόσχημα την επιχορήγηση του επιδόματος μητρότητας να αυξηθούν οι ιδιαίτερα δυσβάσταχτες εισφορές κοινωνικής ασφάλισης στους αυτοαπασχολούμενους, όπως έχει γίνει σε άλλες περιπτώσεις πρόσφατα, όπου οι αυξήσεις των επιβαρύνσεων όχι μόνο δεν αναβάθμισαν την ποιότητα και το εύρος των κοινωνικών παροχών, αλλά τα χρήματα που προέκυψαν από αυτές τις επιβαρύνσεις διατέθηκαν σε παντελώς άσχετους σκοπούς.

Επειδή για τον ΣΥΡΙΖΑ-Ενωτικό Κοινωνικό Μέτωπο αποτελεί επιτακτική ανάγκη η διασφάλιση των κοινωνικών δικαιωμάτων και η διεύρυνση της κοινωνικής προστασίας για τους εργαζόμενους και τους αυτοαπασχολούμενους πολίτες και επειδή κάποιες από τις ενστάσεις μας δεν λήφθηκαν καν υπ’ όψιν από την Κυβέρνηση, ψηφίζουμε «ΝΑΙ» επί της αρχής, δηλώνουμε, όμως, «ΠΑΡΩΝ» στο άρθρο 6 και περιμένουμε από την Κυβέρνηση να αποσαφηνίσει άμεσα τις εκκρεμότητες, ώστε να ωφεληθεί η μεγαλύτερη δυνατή μερίδα εργαζομένων από την πρόσβαση στα δικαιώματα αυτά.

Εξάλλου, η δική μας θέση είναι γνωστή και είναι πάγια. Στο κέντρο της πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ είναι η ανθρωποκεντρική διακυβέρνηση, η οποία θα απαντά στις ανάγκες της κοινωνίας και όχι στις επιταγές των δανειστών.