Ομιλία Παναγιώτας Δριτσέλη στο σχέδιο νόμου “Αναδιοργάνωση των δομών υποστήριξης της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και άλλες διατάξεις”. Διαρκής Επίτοπη Μορφωτικών Υποθέσεων”. 6.6.2018

Θα ξεκινήσω με ένα γενικό συμπέρασμα. Πάντα οι συζητήσεις στα νομοσχέδια της παιδείας είναι ένα πεδίο που μπορούν να υπάρξουν ευρύτερες συγκλίσεις. Δυστυχώς, από τα κόμματα της αντιπολίτευσης, κυρίως τη Νέα Δημοκρατία, αλλά και το Κίνημα Αλλαγής φαίνεται ότι δεν υπάρχει τέτοια διάθεση, παρόλο που το υπουργείο και η ηγεσία έχει αποδείξει ότι οι πόρτες είναι ανοιχτές προκειμένου να υπάρξει η απαραίτητη, κατά την άποψή μου, ώσμωση για να πάμε ένα βήμα παρακάτω με βάση τις κοινωνικές ανάγκες.

Όλη αυτή η συζήτηση περί διαδικασίας, η οποία είναι συνήθης τακτική της Ν.Δ. ουσιαστικά μας οδηγεί σε ένα συμπέρασμα αβίαστα, ότι δεν υπάρχει, πλέον, κανένα επιχείρημα και υπάρχει γενικότερα ένδεια στις προτάσεις που διατυπώνει η αντιπολίτευση σχετικά με τα πολύ σημαντικά διακυβεύματα, που έχει να αντιμετωπίσει η εκπαίδευση σε μια νέα εποχή, που έχει εισέλθει, ήδη, από το 2015.

Αυτό το νομοσχέδιο, λοιπόν, που εντάσσεται σε μια γενικότερη προοδευτική αντίληψη για τα εκπαιδευτικά πράγματα, που βασίζεται σε νέες παιδαγωγικές αντιλήψεις, που βασίζεται σε οικοδόμηση συνεργατικού κλίματος και στην αξιοκρατία, στη διαφάνεια και στην αποτελεσματικότητα είναι ένα νομοσχέδιο που πρέπει όλοι να καταλάβουμε, ότι διαπνέεται από δύο βασικές αρχές. Το μεγάλο ενδιαφέρον, δηλαδή, της κυβέρνησης αυτής για το μαθητή και τη μεγάλη εμπιστοσύνη που επιδεικνύει συνεχώς στους εκπαιδευτικούς, στους ανθρώπους αυτούς που ειδικά στα χρόνια της κρίσης στήριξαν το δημόσιο σύστημα παιδείας. Επίσης, είναι μια άλλη μια προσπάθεια αναβάθμισης των δημόσιων λειτουργών και άλλη μια προσπάθεια ποιοτικής αναβάθμισης του εκπαιδευτικού έργου.

Έτσι το νομοσχέδιο αυτό εισάγει δύο πολύ σημαντικές τομές, κατά την άποψή μου, με αιχμή προφανώς την κατάργηση της αξιολόγησης, μια αξιολόγηση η οποία, αν μη τι άλλο, είχε δημιουργήσει ένα κλίμα τρομοκρατίας στις σχολικές μονάδες, είχε περιορίσει τη συναδελφικότητα, είχε περιορίσει το διάλογο και ουσιαστικά δημιουργούσε δεσμούς υποτέλειας ανάμεσα σε προϊσταμένους και εκπαιδευτικούς και φυσικά  κάτι τέτοιο κανένας μα κανένας από εμάς δεν επιθυμούσε να υπάρχει μέσα στις σχολικές μονάδες. Αυτό είναι το ένα κομμάτι. Το δεύτερο κομμάτι προφανώς και είναι οι θητείες στα στελέχη εκπαίδευσης, στο οποίο, βέβαια, θα αναφερθώ και λίγο παρακάτω.

Σε αυτό το νέο πλαίσιο, το οποίο εισηγείται το Υπουργείο Παιδείας για τις δομές υποστήριξης του εκπαιδευτικού έργου στην πρωτοβάθμια, αλλά και τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση συγκεντρώνονται όλα αυτά τα στοιχεία απομακρύνοντας, κυρίως, την εκπαιδευτική διοίκηση από μια βαθιά ριζωμένη αντίληψη «επιθεωρητισμού», αλλά και μονοπρόσωπων οργάνων και πάμε σ’ ένα άλλο επίπεδο, σε ένα επίπεδο πολυεπίπεδων ωσμώσεων  και θετικού κλίματος.

Με αυτό το νέο πλαίσιο για τις δομές υποστήριξης δημιουργούνται τα Περιφερειακά Κέντρα Εκπαιδευτικού Σχεδιασμού, κάτι που είπαν και άλλοι συνάδελφοι, και τα οποία αντικαθιστούν το μονοπρόσωπο θεσμό του σχολικού συμβούλου, αναβαθμίζουν το ρόλο της συμβουλευτικής στην εκπαίδευση και απαντάνε και σε σύγχρονα ζητήματα, που καλείται η ελληνική εκπαίδευση να αντιμετωπίσει. Με τις νέες δομές που αφορούν τα Κέντρα Εκπαίδευσης για την Αειφορία, τα Κέντρα Εκπαιδευτικής και Συμβουλευτικής Υποστήριξης καλύπτονται σημαντικές λειτουργίες με λιγότερη γραφειοκρατία, δηλαδή, ακριβώς το αντίθετο από αυτά που διατυπώνεται από τους βουλευτές της αντιπολίτευσης, επιτελώντας με αποτελεσματικό τρόπο κρίσιμες πτυχές του εκπαιδευτικού έργου, είτε αυτές αφορούν στην περιβαλλοντική ευαισθητοποίηση, είτε στην διαφοροδιάγνωση, είτε στον εντοπισμό των μαθησιακών δυσκολιών κ.λπ. Έτσι προχωράμε σε σημαντικές τομές – και είναι φανερό αυτό – εκδημοκρατισμού και διαφάνειας στην εκπαιδευτική διοίκηση.

Η θεσμοθέτηση του ορίου των δύο θητειών – επανέρχομαι σε αυτό, γιατί θεωρώ ότι είναι πάρα πολύ σημαντικό – σε θέση εκπαιδευτικής διοίκησης, απαντά καταρχήν – και αυτό δεν ξέρω γιατί δεν το λέμε – σε ένα πάγιο αίτημα του προοδευτικού εκπαιδευτικού κόσμου, γιατί σπάει κατεστημένες λογικές, δημιουργεί ένα αίσθημα αξιοκρατίας, ενισχύει την κινητικότητα στην εκπαίδευση και αξιοποιεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο το υψηλού επιπέδου εκπαιδευτικό προσωπικό που υπάρχει στη χώρα μας.

Αυτή η ρύθμιση, λοιπόν, και η κατάργηση, βέβαια, του σχολικού συμβούλου δημιουργούν δυναμικές συνέργειες, δημιουργούν μια νέα εκπαιδευτική κουλτούρα στη χώρα και δίνουν όραμα στον μάχιμο εκπαιδευτικό για να αναβαθμίσει ακόμα περισσότερο το έργο μέσα στην τάξη. Το γεγονός ότι με το νομοσχέδιο αυτό εμβαθύνουμε στη χειραφέτηση της εκπαίδευσης από κομματικές λογικές και από πελατειακά δίκτυα προφανώς και είναι το ζητούμενο για τη Ν.Δ. και το πεδίο, όπου ουσιαστικά και ιδεολογικά υπάρχει και το μεγάλο χάσμα.

Ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά το διορισμό των ανωτέρω στελεχών για πρώτη φορά καθορίζεται μια διαδικασία διαφάνειας στην οποία εκτός από τον καθοριστικό ρόλο του ΑΣΕΠ, αναθεωρείται και μια πρακτική δεκαετιών, αντιμετώπισης των στελεχών ως πολιτικών στελεχών, που διορίζονταν από τον υπουργό με κομματικά κριτήρια. Αυτό αλλάζει και τα στελέχη αποκτούν το ρόλο που πρέπει, δηλαδή, εκείνου του εκπαιδευτικού λειτουργού που ασκεί δημόσια υπηρεσία ανεξάρτητα από τις κομματικές πιέσεις.

Θα ήθελα να αναφέρω και δύο λόγια για την κατάργηση του Προέδρου Διατάγματος 152. Υλοποιείται μια δέσμευση της Κυβέρνησης για ουσιαστική στήριξη του εκπαιδευτικού έργου, με την ενίσχυση της συλλογικής αποτίμησης της εκπαιδευτικής διαδικασίας, μακριά από τη λογική του εκφοβισμού του εκπαιδευτικού, μέσω μιας αντιεπιστημονικής διαδικασίας.

Ακούστηκαν οι γνωστές κορόνες περί αριστείας, εντούτοις, θα πρέπει να παραδεχθούμε ότι η ανύψωση της ποιότητας του εκπαιδευτικού έργου δεν μπορεί να βασίζεται σε λογικές γραφειοκρατικού καταναγκασμού και του γνωστού, βέβαια, νεοφιλελεύθερου δογματισμού περί κατάτμησης του εκπαιδευτικού έργου σε κομμάτια, που μπορούν να ποσοτικοποιηθούν.

Τέλος, να αναφερθώ και σε αυτό, γιατί ελάχιστα έχουν ειπωθεί. Ιδιαίτερης σημασίας διατάξεις είναι και αυτές που αφορούν στην εκπαίδευση των προσφυγοπαίδων και ιδιαίτερα η δημιουργία των νέων δομών υποδοχής, χωρίς να αποκλίνουν από την παιδαγωγική αρχή της συμπερίληψης. Οι σχετικές ρυθμίσεις έρχονται και προσφέρουν ένα κατάλληλο πλαίσιο σε μαθητές με ιδιαίτερες εκπαιδευτικές ανάγκες και με διαφορετικές εκπαιδευτικές αναφορές.

Αυτές οι νέες δομές σε συνδυασμό με το θεσμό του συντονιστή εκπαιδευτικού, ο οποίος θα εργάζεται σε απόλυτη εγγύτητα με την οικογένεια και το περιβάλλον, μπορούν να δημιουργήσουν ευνοϊκές συνθήκες μάθησης σε παιδιά, τα οποία προσπαθούν να συγκροτηθούν μέσα από τη δημόσια εκπαίδευση και να ξεπεράσουν τις δυσκολίες εμπειρίες και τα βιώματα, που είχαν τα προηγούμενα χρόνια.

Κλείνοντας, ξαναλέω ότι το νομοσχέδιο αυτό εντάσσεται σε μια σειρά καίριων παρεμβάσεων που έχουν ξεκινήσουν από το 2015 και για να μην ξεχνιόμαστε, αυτές οι πολύ κρίσιμες παρεμβάσεις ξεκίνησαν και μάλιστα σε πλαίσια δημοσιονομικής – θα λέγαμε – ασφυξίας με την επαναπρόσληψη των απολυμένων από τη Ν.Δ. και το ΠΑ.ΣΟ.Κ. εκπαιδευτικών και αυτές οι παρεμβάσεις θα συνεχιστούν μέχρι ο λαός να αποφασίσει ότι κάποια άλλη κυβέρνηση θα αναλάβει τα ηνία της χώρας.