Εισήγηση Παναγιώτας Δριτσέλη στην συμβολή του ΣΥΡΙΖΑ – ΕΚΜ στην Ετήσια Έκθεση της Ειδικής Μόνιμης Επιτροπής Ισότητας, Νεολαίας και Δικαιωμάτων του Ανθρώπου

Θέμα «Σεβασμός των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και προστασία ευπαθών κοινωνικών ομάδων στην Ελλάδα. Μετανάστες, άτομα χρήζοντα διεθνούς προστασίας, Ρομά.» (Η συμβολή στην ετήσια Έκθεση συντάχθηκε από τους βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ – ΕΚΜ, που συμμετέχουν στην Ε.Μ.Ε. Ισότητας, Νεολαίας και Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Αμμανατίδου – Πασχαλίδου Ευαγγελία, Σταμπουλή Αφροδίτη, Παναγιώτα Δριτσέλη)

 

Η συμβολή του ΣΥΡΙΖΑ – ΕΚΜ στην ετήσια έκθεση της Ειδικής Μόνιμης Επιτροπής Ισότητας, Νεολαίας και Δικαιωμάτων του Ανθρώπου εστιάζει σε δύο ιδιαίτερα σοβαρά ζητήματα. Αφενός, στα όσα προβληματικά θίγει η έκθεση του Επιτρόπου του Συμβουλίου της Ευρώπης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, σε σχέση με την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην χώρα, και αφετέρου στα ελλείμματα του πλαισίου κοινωνικής προστασίας των Ρομά στην Ελλάδα.

Τα ζητήματα αυτά αποτέλεσαν αντικείμενο συζητήσεων κατά την κοινοβουλευτική περίοδο που διανύουμε και στο πλαίσιο αυτό είχαμε την ευκαιρία να ανταλλάξουμε απόψεις με αρκετούς φορείς, κρατικούς λειτουργούς, ανεξάρτητες αρχές και εκπροσώπους της κυβέρνησης. Το ουσιαστικό διακύβευμα αυτών των συζητήσεων ήταν η κατανόηση των προβλημάτων των μεταναστών, των Ρομά και των ατόμων που χρίζουν ανθρωπιστικής προστασίας, αλλά και το επίπεδο των απαντήσεων που παρέχει η ελληνική Πολιτεία, σε αυτά τα προβλήματα.

Πρώτο σημείο εστίασης της συμβολής του ΣΥΡΙΖΑ – ΕΚΜ στην ετήσια έκθεση της Επιτροπής, αποτελεί το θέμα της αύξησης των κρουσμάτων ρατσισμού και ξενοφοβίας στην χώρα και η στάση της Πολιτείας στην αντιμετώπιση του προβλήματος. Οι διαπιστώσεις της έκθεσης του Επιτρόπου Μουίζνιεκς αποτέλεσαν την αφετηρία του προβληματισμού της Επιτροπής, η οποία ενημερώθηκε σχετικά και από μια σειρά εκπροσώπων της Πολιτείας και φορέων που ασχολούνται με το θέμα. Κοινή παραδοχή όλων, αποτέλεσε το γεγονός ότι η ρατσιστική βία στην Ελλάδα αυξάνει, ενώ την ίδια στιγμή οι θεσμικές απαντήσεις δεν επαρκούν απόλυτα για την αντιμετώπισή του προβλήματος.

Ο θεσμικός μηχανισμός προστασίας των θυμάτων ρατσιστικής βίας, το νομοθετικό πλαίσιο αλλά και η στάση της ελληνικής πολιτικής ηγεσίας υπογραμμίζονται από το Συμβούλιο της Ευρώπης, ως παράγοντες οι οποίοι θα μπορούσαν να βελτιωθούν, ώστε να περιοριστεί η έξαρση των φαινομένων ρατσισμού και μισαλλοδοξίας στην χώρα. Η ενίσχυση του νομοθετικού πλαισίου, ώστε να προβλέπεται η αυστηρότερη τιμωρία των δραστών, στις περιπτώσεις ρατσιστικής βίας και η πληρέστερη προστασία των θυμάτων αποτελούν, στο πλαίσιο αυτό, ιδιαίτερα κρίσιμα σημεία, τα οποία θα πρέπει να βελτιωθούν άμεσα.

Την ίδια στιγμή, η προσέγγιση της Πολιτικής ηγεσίας της χώρας σε σχέση με το μεταναστευτικό ζήτημα θα πρέπει να αναθεωρηθεί. Σημείο ιδιαίτερου προβληματισμού αποτέλεσε στο πλαίσιο αυτό και η στάση του Πρωθυπουργού της χώρας, αλλά και του Υπουργού Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη, οι οποίοι υιοθέτησαν κατά καιρούς πολιτικές σε σχέση με το μεταναστευτικό ζήτημα, που δεν βοηθούν σε καμία περίπτωση, στην αποκλιμάκωση της κοινωνικής έντασης, ενώ η ίδια η Βουλή σε κάποιες περιπτώσεις δίστασε να περιορίσει αποτελεσματικά τις παραληρηματικές νεοναζιστικές συμπεριφορές συγκεκριμένων πολιτικών σχηματισμών.

Το Συμβούλιο της Ευρώπης καλεί λοιπόν την ανώτατη πολιτική ηγεσία της χώρας να αποφεύγει την στοχοποίηση των ανθρώπων, οι οποίοι ωθούμενοι από τις περιστάσεις αναζητούν ένα καλύτερο μέλλον στην χώρα μας και την ίδια στιγμή προτρέπει την Βουλή των Ελλήνων να απαντήσει αποφασιστικά στις νεοναζιστικές κορώνες μίσους και στις αποτρόπαιες πράξεις ρατσισμού με αποφασιστικότητα. Η ενίσχυση του νομοθετικού αντιρατσιστικού πλαισίου αποτελεί βήμα προς αυτή την κατεύθυνση και νομίζω ότι θα πρέπει ως Επιτροπή να προτρέψουμε την εθνική αντιπροσωπεία να προχωρήσει με θάρρος στις απαραίτητες αλλαγές.

Η προστασία των θυμάτων ρατσιστικής βίας αποτελεί επίσης πεδίο προβληματισμού, το οποίο χρίζει βελτίωσης. Η πληρέστερη προστασία των θυμάτων από πράξεις βίας και μισαλλοδοξίας, αλλά και η δημιουργία ενός πλαισίου προστασίας από περιστατικά αστυνομικής αυθαιρεσίας είναι βήματα που θα μπορούσαν να βελτιώσουν την κατάσταση στο θέμα αυτό. Η προστασία όλων των θυμάτων ρατσιστικής βίας, ανεξάρτητα από την καταγωγή τους ή από το θέμα της νομότυπης διαμονής τους στην χώρα, θα πρέπει να διασφαλιστεί με κάθε τρόπο. Η αστυνομικές αρχές σαφώς και έχουν σημαντικό ρόλο να διαδραματίσουν σε αυτή την προσπάθεια, αλλά είναι εξίσου σημαντική και η δημιουργία ενός μηχανισμού προστασίας των θυμάτων ρατσιστικών επιθέσεων, ανεξάρτητου από τις αστυνομικές υπηρεσίες.

Ως προς τις ελλείψεις του κρατικού μηχανισμού απέναντι στα άτομα που χρίζουν διεθνούς προστασίας, όπως οι αιτούντες άσυλο, οι πρόσφυγες και οι ευάλωτες ομάδες μεταναστών, τα συμπεράσματα του Συμβουλίου της Ευρώπης αλλά και του συνόλου των φορέων που κλήθηκαν να ενημερώσουν την Επιτροπή, συγκλίνουν στην ανάγκη βελτίωσης του πλαισίου σε όλα τα επίπεδα. Η πρόσβαση στο άσυλο και στην κοινωνική προστασία είναι ιδιαίτερα δύσκολη, εξαιτίας των χρόνιων παθογενειών των διοικητικών μηχανισμών, αλλά και έλλειψης πολιτικής βούλησης από όλες τις πολιτικές ηγεσίες των τελευταίων είκοσι χρόνων. Η Ελλάδα είναι μια χώρα που δεν παρέχει πολιτικό άσυλο, παρά σε ελάχιστες περιπτώσεις, μία χώρα που αδυνατεί να εξετάσει τις αιτήσεις ασύλου σε εύλογο χρονικό διάστημα και η οποία δεν παρέχει καν την δυνατότητα στα άτομα που το επιθυμούν, να έχουν την στοιχειώδη πρόσβαση στην διαδικασία.

Θα ήταν ιδιαίτερα χρήσιμο λοιπόν, η Επιτροπή να παραινέσει την Πολιτεία να εφαρμόσει άμεσα το νομοθετικό πλαίσιο του 2011, με το οποίο συστήνονται οι νέες Υπηρεσίες Ασύλου, να διαθέσει τους απαραίτητους πόρους για την αποτελεσματική λειτουργία των υπηρεσιών αυτών και την ίδια στιγμή να διασφαλίσει την ανάπτυξη δομών φιλοξενίας των ατόμων που χρίζουν διεθνούς προστασίας, τα οποία ως επί το πλείστον κρατούνται, κατά παράβαση του διεθνούς και ευρωπαϊκού δικαίου.

Στο ίδιο πλαίσιο, απαιτείται η καλύτερη προστασία των ευάλωτων ομάδων μεταναστών, όπως οι ασυνόδευτοι ανήλικοι, οι γυναίκες και τα άτομα με προβλήματα υγείας. Για τις ειδικές αυτές ομάδες η ελληνική Πολιτεία δεν έχει αναπτύξει ένα επαρκές δίκτυο δομών κοινωνικής προστασίας, με αποτέλεσμα σε αρκετές περιπτώσεις να συμπεριφέρεται απάνθρωπα και στα πλαίσια πρακτικών που δεν αρμόζουν σε Κράτος δικαίου. Κατά την εκτίμησή μας λοιπόν θα ήταν ιδιαίτερα χρήσιμο η Επιτροπή να συστήσει και αυτή με την σειρά της, την άμεση διακοπή των πρακτικών διοικητικής κράτησης των ευάλωτων ομάδων μεταναστών και την δημιουργία επαρκών δομών ανοιχτής φιλοξενίας, ώστε να σταματήσουν επιτέλους φαινόμενα, όπως αυτό που σημειώθηκε στις 10 Ιουνίου, στην Αστυνομική Διεύθυνση Τρικάλων, όπου ένας μετανάστης με σοβαρότατα προβλήματα υγείας έπεσε από τον 5ο όροφο του κτηρίου, μετά από 2 και πλέον μήνες κράτησης στα κρατητήρια, σε συνθήκες που προσβάλλουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.

Ως προς την δημιουργία ενός πλαισίου αρμονικής συμβίωσης όλων, στα πλαίσια μίας σύγχρονης πολυπολιτισμικής κοινωνίας, το Συμβούλιο της Ευρώπης, αλλά και όλοι οι φορείς που κλήθηκαν να ενημερώσουν την Επιτροπή, υπογράμμισαν την ανάγκη ενίσχυσης των πολιτικών ένταξης των μεταναστών στην κοινωνική και πολιτική ζωή της χώρας. Είναι λοιπόν σημαντικό να επισημανθεί και από την Επιτροπή, η χρησιμότητα της δυνατότητας πρόσβασης στην πολιτική ζωή, στην πολιτογράφηση και την ιθαγένεια, των αλλοδαπών πολιτών που διαμένουν για συγκεκριμένο διάστημα στην Ελλάδα. Σημαντική είναι και η διασφάλιση της απρόσκοπτης πρόσβασης στην θρησκευτική έκφραση και θα ήταν χρήσιμο στο πλαίσιο αυτό η Επιτροπή να υπογραμμίσει την ανάγκη επίσπευσης των δράσεων για την δημιουργία χώρου λατρείας της μουσουλμανικής πίστης στην ελληνική πρωτεύουσα, καθώς και μουσουλμανικού νεκροταφείου.

Ως προς την βελτίωση του πλαισίου κοινωνικής προστασίας των Ρομά, και σε αυτό το θέμα παρουσιάζονται μια σειρά από χρόνια προβλήματα και καθυστερήσεις που θα πρέπει να θεραπευτούν άμεσα. Η στέγαση, η εκπαίδευση αλλά και η περιθωριοποίηση και η αντιμετώπιση από τους κρατικούς και διοικητικούς μηχανισμούς αποτελούν ζητήματα, για τα οποία η Επιτροπή προβληματίστηκε και αφουγκράστηκε με ιδιαίτερη προσοχή θεσμικούς φορείς και εκπροσώπους των Ρομά.

Ως προς τα ζητήματα στεγαστικής αποκατάστασης των Ρομά, είναι απαραίτητη μια γενναία πολιτική παρεμβάσεων, ώστε να διασφαλιστεί άμεσα η πρόσβαση σε αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης και παράλληλα να δημιουργηθούν όλες εκείνες οι προϋποθέσεις που θα εξασφαλίσουν την αρμονική συμβίωση όλων, στα πλαίσια του αστικού ιστού. Οι περιοχές στις οποίες διαβιούν οι πληθυσμοί Ρομά βρίσκονται, ως επί το πλείστον, εκτός των πολεοδομικών σχεδιασμών, με συνέπεια να μην υπάρχουν ούτε οι στοιχειώδεις υποδομές. Σε ότι αφορά την εκπαίδευση, είναι απαραίτητη η εφαρμογή μιας σειράς πολιτικών που θα περιορίσουν την σχολική διαρροή και την γκετοποίηση, καθώς και το σπιράλ κοινωνικού αποκλεισμού και φτώχειας που βιώνει η μεγάλη πλειοψηφία των πολιτών Ρομά της χώρας. Στο ίδιο πλαίσιο, σοβαρά γραφειοκρατικά εμπόδια παρουσιάζει και η διασφάλιση της πρόσβασης στην υγειονομική περίθαλψη, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις οι πληθυσμοί Ρομά στοχοποιούνται, από την ίδια την Αστυνομία και την πολιτική ηγεσίας της, ως «παραβατικοί», με αποτέλεσμα τον στιγματισμό και την εμφάνιση φαινομένων αστυνομικής αυθαιρεσίας.

Με βάση όλα τα παραπάνω, είναι σημαντική η λήψη συγκεκριμένων δράσεων στην κατεύθυνση της ριζικής επίλυσης των αστικοδημοτικών εκκρεμοτήτων των Ρομά και της άμεσης εξασφάλισης αξιοπρεπούς και κατάλληλης στέγης, μέσα από εκτεταμένα στεγαστικά προγράμματα. Στο ίδιο πλαίσιο επιβάλλεται η παροχή συστήματος ηλεκτροδότησης, υδροδότησης και αποκομιδής απορριμμάτων σε προσωρινούς καταυλισμούς Ρομά, ασχέτως του νομικού καθεστώτος της γης και των κτισμάτων. Επίσης, είναι απαραίτητη η λήψη μέτρων για τη βελτίωση της κατάστασης της υγείας του πληθυσμού Ρομά, για την εξασφάλιση και διευκόλυνση με κάθε τρόπο της πρόσβασης στην εκπαίδευση και τέλος η ενθάρρυνση για ενεργό συμμετοχή των Ρομά, στα κέντρα λήψης αποφάσεων σε εθνικό και σε τοπικό επίπεδο.