Κυρία Δριτσέλη, μια που φιλοξενούμε για πρώτη φορά μεγάλη συνέντευξή σας θα ήθελα να ξεκινήσουμε με την εκλογή σας ως α΄ γραμματέας του προεδρείου της Βουλής των Ελλήνων. Τι αισθανθήκατε με την εκλογή σας σε αυτό το αξίωμα και ποιο είναι το έργο με το οποίο έχετε επιφορτιστεί;

 Τα καθήκοντα του Γραμματέα της Βουλής αφορούν στην διασφάλιση μιας σειράς λειτουργιών που σχετίζονται με την άσκηση του κοινοβουλευτικού έργου, όπως αυτές καθορίζονται από τον Κανονισμό της Βουλής. Το σημαντικότερο από αυτά είναι η διασφάλιση της ομαλής διεξαγωγής των ονομαστικών ψηφοφοριών από την θέση του ψηφολέκτη, όπως λέγεται. Στο ίδιο πνεύμα, μια σειρά από αρμοδιότητες αφορούν στην ορθή δημοσιοποίηση των πρακτικών της Ολομελείας ή στην ανάγνωση των αναφορών του κοινοβουλευτικού ελέγχου. Όπως και να χει, πρόκειται για ένα θεσμικό αξίωμα, με το οποίο με τίμησαν και το προεδρείο της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ αλλά και οι βουλευτές του ελληνικού κοινοβουλίου, καθώς είχα την τύχη να εκλεγώ με τις θετικές ψήφους περισσοτέρων από 250 βουλευτών και γι’ αυτό τους ευχαριστώ ιδιαίτερα.

Εκ της θέσης που κατέχετε γίνεται αντιληπτό ότι συνεργάζεστε με την Πρόεδρο της Βουλής, κ. Ζωή Κωνσταντοπούλου, η οποία είναι από τα πιο συζητημένα πρόσωπα της πολιτικής σκηνής τον τελευταίο μήνα. Τι γνώμη έχετε σχηματίσει για εκείνη;

 Η Πρόεδρος της Βουλής είναι ένας άνθρωπος νέος, με ενδιαφέρουσες ιδέες για την αναβάθμιση του κοινοβουλευτικού έργου και με προσήλωση στην θεσμική θωράκιση των δημοκρατικών θεσμών. Η γνώμη που έχω για την κ. Κωνσταντοπούλου δεν αφορά μόνο την θητεία της ως Προέδρου της Βουλής, αλλά και ως βουλευτή της αντιπολίτευσης, με την οποία είχα την χαρά να συνεργαστώ σε αρκετές περιπτώσεις από το 2012 αλλα και ως άνθρωπο. Σε ότι αφορά μάλιστα τα θέματα της περιοχής μας, μας είχε δοθεί η ευκαιρία να ασκήσουμε από κοινού κοινοβουλευτικό έλεγχο στην τότε κυβέρνηση, όταν σχεδιάζονταν η κατάργηση του υποθηκοφυλακείου της Καλαμπάκας. Δυστυχώς σήμερα, μια μερίδα των ΜΜΕ της χώρας επιχειρεί να μηδενίσει το έργο της Προέδρου της Βουλής στιγματίζοντας τον πηγαίο ενδεχομένως χαρακτήρα της και την προσήλωσή της στον Κανονισμό της Βουλής. Από την άλλη, είναι αλήθεια ότι η κυβέρνηση θα είχε ανάγκη από την αμέριστη στήριξη της Προέδρου της Βουλής στις κρίσιμες ψηφοφορίες του τελευταίου διαστήματος. Σε αυτό το σημείο πράγματι δεν ακολουθήσαμε κοινή πορεία. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η λογική της ανθρωποφαγίας και των επικοινωνιακών υπερβολών μπορεί να γίνει αποδεκτή.

Λόγω της διαφωνίας της με την Κυβέρνηση εκφράζεται έντονα η άποψη ότι πρέπει να παραιτηθεί από τη θέση της Προέδρου αλλά και από το βουλευτικό αξίωμα. Ποια είναι η γνώμη σας;

 Η άποψή μου στο ζήτημα αυτό είναι ότι ο Πρόεδρος της Βουλής οφείλει να αποτελεί ανεξάρτητη θεσμική πολιτική οντότητα, με σεβαστή άποψη και δυνατότητες παρεμβάσεων για την υπεράσπιση του κοινοβουλευτισμού και της δημοκρατίας. Δεν θα είμαι εγώ εκείνη που θα υποδείξω στην Πρόεδρο της Βουλής την πολιτική της στάση. Η κ. Κωνσταντοπούλου είναι μία πολιτική προσωπικότητα, εκπροσωπεί έναν πολιτειακό θεσμό και νομίζω ότι μπορεί και να κρίνει και να αναλάβει, στο ακέραιο, τις ευθύνες των επιλογών της.

Αναμφισβήτητα, ένα ακόμη πρόσωπο που έχει διαταράξει το κόμμα σας, τη χώρα μας και τους εταίρους μας είναι ο κ. Βαρουφάκης, ιδίως μετά τις τελευταίες αποκαλύψεις για το περιβόητο plan b. Πώς βλέπετε όλη αυτή την κατάσταση;

 Το ζήτημα του κ. Βαρουφάκη το πληροφορήθηκα και εγώ από τα ΜΜΕ και η αίσθησή μου είναι ότι όπως σε όλες τις υποθέσεις του δημοσίου βίου, έτσι και σε αυτή την περίπτωση θα πρέπει να είμαστε ιδιαίτερα επιφυλακτικοί στις πρώτες εντυπώσεις που δημιουργούνται για τέτοια ζητήματα. Προφανώς, πρόκειται για μία υπόθεση, η οποία θα πρέπει να γίνει γνωστή σε όλες της τις διαστάσεις για να μπορέσουμε να την αξιολογήσουμε.

Πώς είδατε την απόφαση για το Δημοψήφισμα, το αποτέλεσμά του και τη διαπραγμάτευση; Ακόμη και σήμερα πολλοί απλοί πολίτες δεν έχουν καταλάβει γιατί έγινε, ενώ υπάρχει και η εντύπωση ότι το «όχι» μετατράπηκε σε «ναι».

 Το δημοψήφισμα προέκυψε ως μια ανάγκη δημοκρατικής διεξόδου σε ένα σκληρό και άκρως μειωτικό -θα έλεγα εγώ- τελεσίγραφο που δόθηκε στον Πρωθυπουργό της χώρας, με κύριο στόχο, κατά την άποψη μου, να αποδομήσει τις πολύμηνες διαπραγματεύσεις, να υπονομεύσει την πρώτη αριστερή κυβέρνηση και τελικά να την ” ρίξει”. Σ´ αυτά τα σχέδια, μόνο ο λαός θα μπορούσε να απαντήσει αλλά και να τα ακυρώσει. Το γεγονός ότι ο ελληνικός λαός δεν λιποψύχησε αλλά αντιστάθηκε και έστειλε ένα ηχηρό μήνυμα αγώνα και αξιοπρέπειας σε όλους τους λαούς της Ευρώπης, και όχι μόνο, ήταν από μόνο του η μεγαλύτερη νίκη! Διότι, δεν πρέπει να ξεχνάμε και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες διεξήχθη αυτό το δημοψήφισμα: εκβιασμοί, τρομοκρατία, κλειστές τράπεζες, εργοδοτικές απειλές κτλ. Θα ήμασταν αφελείς, λοιπόν, εάν πιστεύαμε πως όλα ήταν τυχαία. Οι σχεδιασμοί κάποιων να επανακάμψουν ή να πάρουν συγχωροχάρτι για τις μεγάλες ευθύνες που τους βαραίνουν, ευτυχώς αντικρούστηκαν από το δυνατό “ΟΧΙ” των πολιτών. Απ´ την άλλη, η εκδικητική στάση των δανειστών μας ανάγκασε να προχωρήσουμε σε έναν δύσκολο συμβιβασμό αφού βρεθήκαμε μπροστά σε ένα οδυνηρό αδιέξοδο. Ωστόσο, ακόμα και έτσι το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος ήταν εκείνο που ξανάβαλε στο τραπέζι το ζήτημα του χρέους αλλά και την ανάγκη αναπτυξιακών πολιτικών καθώς απογύμνωσε τη σκληρή στάση των δανειστών και έφερε αλλαγές στη στάση των χωρών της Ευρωζώνης.

Η ψυχοφθόρα διαπραγμάτευση έφερε στη χώρα μας τον Πρωθυπουργό με ένα πακέτο μέτρων, που αν ήταν στην Αντιπολίτευση ο ΣΥΡΙΖΑ ουδέποτε θα ψήφιζε. Με τι σκέψεις και συναισθήματα είπατε «ναι» στα δύο νομοσχέδια για τα προαπαιτούμενα μέτρα;

 Το ερώτημα που έθεσα στον εαυτό μου ήταν ένα και μοναδικό. Αν απορρίψουμε το πακέτο με αυτά τα επώδυνα μέτρα, τι θα γίνει αύριο στη χώρα; Ποια στάση θα προξενήσει το μικρότερο κακό; Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα ήταν ότι η απειλή είναι ασύμμετρη και η άτακτη χρεοκοπία και η έξοδος από το ευρώ θα πλήξει τα πιο αδύναμα κοινωνικά στρώματα και όχι εκείνους που έχουν βγάλει τα λεφτά τους στο εξωτερικό. Οι δανειστές, όπως είπε και ο Πρωθυπουργός, ζήτησαν τα λεφτά μας ή την ζωή μας. Δεν ήταν δυνατόν λοιπόν να πάμε σε μία ρήξη χωρίς επιστροφή για την οποία δεν είχαμε καν λαϊκή εντολή, αλλά έπρεπε να διευκολύνουμε με την ψήφο μας την συμφωνία. Και εδώ όμως εγείρονται εύλογα ερωτήματα από τους πολίτες. Δεν μπορούσε για παράδειγμα αυτός ο συμβιβασμός να γίνει νωρίτερα ή επίσης αν όλα αυτά τα οποία υποσχεθήκαμε ήταν υλοποιήσιμα ή όχι; Αυτά τα ερωτήματα δυστυχώς δεν έχουμε την πολυτέλεια να τα απαντήσουμε τώρα αλλά ούτε και να μπούμε σ´ ένα κυνήγι μαγισσών. Προτεραιότητα όλων μας είναι να εξομαλυνθεί η κατάσταση και να επέλθει μια κάποια σταθερότητα στην οικονομία. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι θα ωραιοποιήσουμε την κατάσταση και θα τα κρύψουμε κάτω από το χαλί! Όλα θα γίνουν στην ώρα τους και για όλα, όλοι μας, θα κριθούμε τελικά από τον ελληνικό λαό.

 

Υπάρχει η πεποίθηση ότι με το που μπήκε στην εποχή των Μνημονίων η χώρα μας έχει χάσει την κυριαρχία της. Τι λέτε σε όσους λένε ότι η Ελλάδα δεν θα εκλέγει στο μέλλον και για πολλά χρόνια Κυβερνήσεις αλλά απλούς διαχειριστές εξουσίας, με τον πρώτο λόγο να τον έχουν οι δανειστές μας;

 Για να είμαστε απολύτως ακριβείς, η χώρα εκχώρησε σημαντικό μέρος της κυριαρχίας της σε θέματα οικονομικής πολιτικής από την στιγμή που έγινε μέλος της ευρωζώνης. Επίσης είναι σαφές ότι το τεράστιο πρόβλημα του χρέους δεν μας αφήνει να ενεργήσουμε στο οικονομικό επίπεδο με τον τρόπο που ενδεχομένως θα θέλαμε. Όμως αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει χώρος και τρόπος για ενδυνάμωση της θέσης μας στο οικονομικό πεδίο. Μέσα σε αυτό το ασφυκτικό πλαίσιο οικονομικών υποχρεώσεων και στενών ελέγχων θα πρέπει να ενεργήσουμε έξυπνα και να βρούμε εκείνες τις ρωγμές στον τοίχο της λιτότητας, ώστε να ισχυροποιήσουμε την θέση μας μέσα στην ζώνη του ευρώ. Θα πρέπει, επίσης, να βρούμε ένα πεδίο συνεννόησης μέσα στην ευρωζώνη ώστε πλέον να λειτουργούμε όλοι μας ως σύμμαχοι και όχι ως αντίπαλοι. Σε αυτή την ατζέντα θα πρέπει να δουλέψουμε και να αποφύγουμε ταυτόχρονα τις επικοινωνιακές υπερβολές.

Τα capital controls έχουν φέρει σε απόγνωση πολύ κόσμο. Τι απαντάται στον συνταξιούχο, που έχει μαζέψει κάποιες χιλιάδες ευρώ από τους κόπους ολόκληρης της ζωής του σε μια τράπεζα και βλέπει ότι θα είναι «κλειδωμένα» για πολύ ακόμη;

Καταρχήν, οι περιορισμοί στην κίνηση των κεφαλαίων δεν ήταν μια συνειδητή επιλογή της κυβέρνησης αλλά μια αμυντική κίνηση απέναντι σε μια προσπάθεια των δανειστών για οικονομική και πολιτική ασφυξία, με σκοπό την άνευ όρων παράδοση μας. Ο κόσμος αυτό το γνωρίζει και αυτός είναι και ο λόγος, κατά την γνώμη μου, για τον οποίο αντιμετωπίζει το όλο ζήτημα με αξιοσημείωτη ψυχραιμία και σύνεση. Εντούτοις, όπως και να ´χει, αποτελεί μια άσχημη εξέλιξη και για την οικονομία αλλά και για μας τους ίδιους. Αυτό δεν χρειάζεται να το αποσιωπούμε, αντίθετα θα πρέπει να διδαχτούμε από τα λάθη μας για να μην τα επαναλάβουμε στο μέλλον. Τώρα ο στόχος της διαπραγματευτικής ομάδας και του Πρωθυπουργού θα πρέπει να είναι η αποσόβηση του κουρέματος των ελληνικών καταθέσεων και η εξομάλυνση των συστημικών προβλημάτων που προκάλεσαν τα capital controls. Το έχουν ανάγκη οι πολίτες, οι συνταξιούχοι, οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις μας, ο αγροτικός τομέας, οι εξαγωγές μας. Θα πρέπει να δουλέψουμε πολύ συνειδητά στο επίπεδο αυτό για να μετριάσουμε τις αρνητικές συνέπειες των προβλημάτων των τραπεζών στην πραγματική οικονομία.

Φαντάζομαι ότι θα έχετε αντιληφθεί ότι η αγορά έχει «παγώσει» και το μέλλον είναι περισσότερο αβέβαιο από ποτέ. Πόσο μακριά είναι η πολυπόθητη αντιστροφή του κακού αυτού κλίματος;

 Νομίζω ότι η αντιστροφή του κλίματος στην οικονομία μπορεί να συμβεί μόνο μετά από την ολοκλήρωση της νέας χρηματοδοτικής συμφωνίας της χώρας και της ομαλοποίησης του τραπεζικού συστήματος. Ο στόχος μας θα πρέπει να είναι οι διαδικασίες αυτές να ολοκληρωθούν όσο πιο σύντομα γίνεται και σε δεύτερο χρόνο να εξετάσουμε τρόπους περιορισμού των υφεσιακών επιπτώσεων των νέων μέτρων που κληθήκαμε να ψηφίσουμε. Δεν θα είναι εύκολη η διαδικασία αυτή αλλά θα πρέπει να απελευθερώσουμε νέες δυνάμεις ώστε η οικονομία να βρει τα πατήματά της όσο πιο γρήγορα γίνεται.

Αν και η χώρα μας έχει περιέλθει σε δεινή κατάσταση είναι φανερό ότι οι πολίτες επιθυμούν να αλλάξουν τα κακώς κείμενα και ότι για αυτές τις αλλαγές δεν εμπιστεύονται τους εκφραστές του παλαιοκομματισμού. Μπορεί ο Αλέξης Τσίπρας και ο ΣΥΡΙΖΑ να ενώσουν τους Έλληνες και να τολμήσουν τις απαραίτητες αλλαγές, ενώ υπάρχει ήδη ένα μεγάλο εσωκομματικό ρήγμα;

 Η αίσθησή μου είναι ότι ο λόγος ύπαρξής μας και η μέχρι στιγμής πορεία μας έχουν ως μοναδικό στόχο την αλλαγή των κακώς κειμένων των προηγούμενων κομμάτων που διαχειρίστηκαν την διακυβέρνηση του τόπου. Αυτός ο στόχος μας είναι διακηρυγμένος σαφώς και δεν θα πρέπει να το λησμονήσουμε ποτέ. Όμως, είναι αλήθεια ότι αυτή την στιγμή υπάρχει μια μεγάλη στρατηγική διαφωνία εντός του ΣΥΡΙΖΑ που αφορά τελικά την παραμονή της χώρας στο ευρώ. Γι´ αυτό σύντομα θα πρέπει να ακολουθηθούν οι καταστατικές διαδικασίες του κόμματος ώστε τα μέλη συντεταγμένα, συλλογικά και δημοκρατικά να αποφανθούν επί των ζητημάτων. Νομίζω ότι θα πρέπει πρώτα να ξεκαθαρίσουμε το κεφαλαιώδες αυτό θέμα και στη συνέχεια να χαράξουμε μια σαφή κυβερνητική πορεία.

 

Με όσα έχουν συμβεί τις τελευταίες δεκαετίες στη χώρα μας έχουν καθιερωθεί μεγάλες ανισότητες μεταξύ των πολιτών, που έχουν προκαλέσει την πεποίθηση ότι δεν ζούμε σε κράτος δικαίου. Από πού πιστεύετε ότι πρέπει να ξεκινήσουν οι διορθώσεις;

 Πράγματι τα τελευταία χρόνια έχει εδραιωθεί η πεποίθηση ότι η χώρα βαδίζει σε ένα δρόμο αδικίας, αναξιοπιστίας απέναντι στους πολίτες της και βέβαια διαφθοράς και διαπλοκής. Τα φαινόμενα αυτά μας ακολουθούν άλλωστε εδώ και πολλές δεκαετίες και συνεχώς επανέρχονται με ένταση στο δημόσιο διάλογο. Η αίσθησή μου σήμερα είναι ότι προτεραιότητα θα πρέπει να είναι η εδραίωση του αισθήματος φορολογικής δικαιοσύνης και η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στο πολιτικό σύστημα. Χρειάζεται δουλειά, ειλικρίνεια και βούληση για να ρίξεις γροθιά στο μαχαίρι. Δεν είναι εύκολο, το γνωρίζω αλλά είναι κατά την γνώμη μου μείζονα ζητήματα που ταλανίζουν αυτή την στιγμή τη χώρα.

Για να δεχθεί ο πολίτης σκληρά μέτρα πρέπει να δει και τις ανάλογες θυσίες από την Κυβέρνηση και τους βουλευτές. Είναι στις προθέσεις του Πρωθυπουργού η μείωση των αποδοχών υπουργών και βουλευτών και η μείωση του αριθμού των βουλευτών;

 Επειδή στα τρία χρόνια που είμαι βουλευτής πολλές φορές έχω δει την συγκεκριμένη συζήτηση να επανέρχεται θα σας απαντήσω σε δύο σκέλη. Πρώτον, σε ότι αφορά τις απολαβές των βουλευτών θα σας έλεγα ότι δεν έχω καμία αντίρρηση να περικοπούν. Να θυμίσω, επίσης, ότι οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ αποδίδουμε το 40% της βουλευτικής μας αποζημίωσης στο ταμείο για την στήριξη δράσεων κοινωνικής αλληλεγγύης. Επίσης, δεν υπάρχει καμία αντίρρηση να δούμε τα λεγόμενα «προνόμια» των βουλευτών και να εξετάσουμε ποια από αυτά είναι απαραίτητα για την ακώλυτη άσκηση του κοινοβουλευτικού έργου και ποια όχι. Δεύτερον, σε ότι αφορά τον αριθμό των βουλευτών θα μου επιτρέψετε να είμαι επιφυλακτική ως προς την μείωσή του. Προσωπικά, πιστεύω, ότι θα πρέπει να εξετάσουμε εάν η μείωση του σώματος των βουλευτών εξυπηρετεί ή δυσχεραίνει την δημοκρατία. Εάν πλήττει περισσότερο τα μεγάλα ή τα μικρά κόμματα. Εάν αποστερεί δυνάμεις από τον κοινοβουλευτισμό κι αν αυτό θα πρέπει τελικά να επιδιώκουμε. Θα έλεγα ότι καλό θα ήταν να είμαστε προσεκτικοί σε σχέση με τέτοια σημαντικά πολιτειακά ζητήματα, γιατί πολλές φορές με πρόσχημα την περιστολή δαπανών περιστέλλεται τελικά η δημοκρατία.

Με όλα αυτά που συμβαίνουν στη χώρα μας πόσο άκαιρο είναι να μιλάμε για τοπική ανάπτυξη, δεδομένου και του προβλήματος που έχει προκύψει στα έργα του ΕΣΠΑ; Μπορέσατε μέχρι σήμερα, μαζί και με τους υπόλοιπους δύο συναδέλφους σας Βουλευτές Τρικάλων του ΣΥΡΙΖΑ, να προωθήστε κάποιο από τα αιτήματα της δημοτικής Αρχής Καλαμπάκας;

Θα ήθελα σε σχέση με αυτή την ερώτηση να πω καταρχήν ότι διαφωνώ με την λογική της «προώθησης» αιτημάτων. Προφανώς το πνεύμα της ερώτησής σας αφορά δίκαια και αναπτυξιακά θέματα της περιοχής μας, όμως ο δικός μου στόχος πάντοτε ήταν η συμβολή στην αποτελεσματικότητα της διοίκησης χωρίς να χρειάζεται τελικά να «μεσολαβεί» κάποιος. Εντούτοις, σε ότι αφορά τα θέματα της περιοχής μας βρισκόμαστε σε διαρκή παρακολούθηση σημαντικών φακέλων που αφορούν και τις απαραίτητες υποδομές και την τουριστική ανάπτυξη και την αγροτική παραγωγή. Όπου παρουσιάζονται δυνατότητες συνεργιών είμαστε έτοιμοι να συμβάλλουμε.

Για το μεγάλο έργο κατασκευής του Ε65, στο τμήμα Τρίκαλα-Εγνατία, έχετε κάποια νεότερη ενημέρωση;

Επειδή έχουν ειπωθεί πολλά για τον Ε65 εδώ και χρόνια, θα ήθελα να σημειώσω τα εξής. Καταρχήν, η προηγούμενη κυβέρνηση επικαιροποίησε το πλαίσιο κατασκευής και παραχώρησης του αυτοκινητοδρόμου. Η σύμβαση παραχώρησης κυρώθηκε από την Βουλή και είναι διαθέσιμη σε όλους μας να δούμε τι προβλέπει. Το βασικό πρόβλημα του Ε65 είχαμε πει τότε είναι ότι δεν συνδέεται με κανένα μεγάλο οδικό άξονα, διότι τα πιο δύσκολα κατασκευαστικά τμήματα εξαιρέθηκαν από την κατασκευή, λόγω υψηλού κόστους. Το δεύτερο που είχαμε πει τότε είναι ότι θα πρέπει να εξεταστεί και η οικονομική βιωσιμότητα του έργου για να μην είναι ο Ε65 γεμάτος διόδια. Αυτή είναι η υπάρχουσα κατάσταση. Σήμερα, θα πρέπει να δούμε στο πλαίσιο των νέων αναπτυξιακών πακέτων που θα αφορούν τη χώρα μας εάν υπάρχει χώρος για την ένταξη της κατασκευής των τμημάτων εκείνων που απομένουν και βέβαια μέχρι τότε θα πρέπει να διασφαλίσουμε την ολοκλήρωση του τμήματος που ήδη προχωρά. Στόχος μας θα πρέπει να είναι να χτίσουμε και να εμπλουτίσουμε και όχι να γκρεμίσουμε.

Παρόλο που έχουν γίνει τα πρώτα βήματα από την Κυβέρνηση με την έγκριση της Βουλής, καμία συμφωνία δεν θεωρείται ακόμη ως δεδομένη, ενώ εσχάτως συζητείται και το ενδεχόμενο εκλογών τον Σεπτέμβρη. Τι πιστεύετε ότι θα γίνει;

Η μεγάλη προτεραιότητα αυτή την στιγμή είναι η ολοκλήρωση μιας συμφωνίας που θα ξεμπλοκάρει την οικονομία της χώρας μας. Η διαδικασία είναι δύσκολη, οι δανειστές απαιτητικοί και η κυβέρνηση είναι αλήθεια ότι δεν διευκολύνεται από την εσωτερική κατάσταση που επικρατεί στο κόμμα. Όλα αυτά είναι γνωστά και δεν χρειάζεται να στρουθοκαμηλίζουμε. Όμως η δική μου άποψη είναι ότι οι εκλογές δεν θα πρέπει να είναι πρώτη προτεραιότητα αυτή την στιγμή. Θα έλεγα ότι θα πρέπει να σφίξουμε όλοι τα δόντια και να προσπαθήσουμε να φτάσουμε σε ένα επιθυμητό επίπεδο σταθερότητας μέσα στους επόμενους μήνες, ώστε να μην υπάρχει κανένας κίνδυνος για την χώρα. Μόλις διασφαλιστεί αυτή η προϋπόθεση, θα πρέπει να συζητήσουμε και το θέμα των εκλογών. Ο ΣΥΡΙΖΑ, άλλωστε, δεν φοβάται την λαϊκή βούληση. Αντιθέτως, απέδειξε πως την αποζητά κιόλας. Οφείλουμε να δώσουμε στον λαό την δυνατότητα να εκφραστεί απρόσκοπτα και επί συγκεκριμένων ζητημάτων.