Εισήγηση Παναγιώτας Δριτσέλη, εισηγητή του ΣΥΡΙΖΑ στο σχέδιο νόμου «Προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στις διατάξεις της Οδηγίας 2014/60/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15ης Μαΐου 2014 σχετικά με την επιστροφή πολιτιστικών αγαθών, που έχουν απομακρυνθεί παράνομα από το έδαφος κράτους-μέλους».

 

 Στην εισήγηση της επί του νομοσχεδίου η Παναγιώτα Δριτσέλη υπογράμμισε τα ακόλουθα :

 

  • Το νομοσχέδιο αφορά στην επιστροφή πολιτιστικών θησαυρών και αρχαιοτήτων που κλάπηκαν ή απομακρύνθηκαν παράνομα από την χώρα μας.
  • Αποτελεί τμήμα του κοινοτικού κεκτημένου καθώς το θέμα πλέον ρυθμίζεται με παρόμοιο τρόπο σε ολόκληρη την Ευρώπη.
  • Η κοινοτική Οδηγία την οποία ενσωματώνει το νομοσχέδιο υποχρεώνει όλα τα Κράτη μέλη σε κοινή αντιμετώπιση του προβλήματος της λαθρεμπορίας αρχαιοτήτων.
  • Οι διατάξεις της κοινοτικής Οδηγίας δεν καλύπτουν εντούτοις τα ζητήματα της επιστροφής των Μαρμάρων του Παρθενώνα και των αρχαιολογικών θησαυρών που κλάπηκαν από τους ΝΑΖΙ στην κατοχή.
  • Επόμενος στόχος είναι όλη η Ευρώπη να συμφωνήσει ότι οι αρχαιολογικοί θησαυροί που έχουν κλαπεί θα πρέπει να επιστρέψουν στον φυσικό τους χώρο.

 

Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της εισήγησης :

 

Αναμφισβήτητα η παράνομη διακίνηση πολιτιστικής κληρονομιάς είναι ο τρίτος πιο διαδεδομένος τύπος παράνομου εμπορίου παγκοσμίως, φυσικά μετά το εμπόριο ναρκωτικών και όπλων. Χιλιάδες έργα τέχνης γίνονται αντικείμενο κλοπής στην Ευρώπη κάθε χρόνο με κέρδος δισεκατομμυρίων ευρώ, εκκινώντας έτσι μια διαδικασία αντιμετώπισης του πολιτισμού ως μιας σπουδαίας επενδυτικής ευκαιρίας, ιδανική μάλιστα για ξέπλυμα χρήματος και από άλλες παράνομες δραστηριότητες.

Αυτή η σύγχρονη μορφή εγκληματικής δραστηριότητας αποτελεί και πρέπει να αποτελεί ένα φλέγον ζήτημα για την εποχή μας, κυρίως διότι οι ολοένα αυξανόμενοι ρυθμοί με τους οποίους αυτό το φαινόμενο αναπτύσσεται, κάνει κατανοητό ότι οι χώρες στερούνται μοναδικά και αναντικατάστατα στοιχεία της πολιτιστικής και ιστορικής τους ταυτότητας, αλλά φυσικά και των ποικίλων μηνυμάτων που μπορεί ένα πολιτιστικό αγαθό να μεταδώσει.

Δεδομένου ότι η διαφύλαξή τους είναι θεμελιώδης για την προώθηση της κατανόησης μεταξύ των λαών, την διάδοση και την πρόοδο του πολιτισμού και τελικώς την ίδια την ευημερία της ανθρωπότητας, αποτελεί αδήριτη και επιτακτική ανάγκη και υποχρέωσή μας να συνεργαστούμε σε όλα τα επίπεδα για να αποσοβήσουμε τις μαζικές πολιτιστικές καταστροφές.

Βεβαίως, η σοβαρότητα του ζητήματος η ανάγκη καταπολέμησής του αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι έχει προσελκύσει το ενδιαφέρον πολλών διεθνών οργανισμών. Η Ελλάδα ως μια χώρα με πλούσια πολιτιστική κληρονομιά και ως μια χώρα που έχει πέσει θύμα αρχαιοκαπηλίας αρκετές φορές, είναι γεγονός ότι δραστηριοποιείται και βοηθά ουσιαστικά στην διατύπωση κανόνων που θα βοηθούν στον περιορισμό της παράνομης διακίνησης. Επομένως, αυτό το νομοσχέδιο έχει στόχο να συμβάλει στην αποκατάσταση της ακεραιότητας της πολιτιστικής μας κληρονομιάς, διότι με αυτό το νομοσχέδιο ουσιαστικά ισχυροποιείται το θεσμικό και νομικό οπλοστάσιο στο θέμα της επιστροφής των πολιτιστικών θησαυρών.

Αυτό το νομοσχέδιο αποτελεί την ενσωμάτωση στην εθνική μας νομοθεσία της σχετικής κοινοτικής οδηγίας, η οποία επιχειρεί τον συντονισμό των κρατών μελών της Ε.Ε. στο θέμα της καταπολέμησης της υφαρπαγής πολιτιστικών αγαθών και παράνομης διακίνησής τους στον κοινό ευρωπαϊκό χώρο. Ως Βουλή των Ελλήνων και ως επιτροπή μορφωτικών υποθέσεων καλούμαστε να συμβάλουμε σε αυτόν τον εθνικό στόχο της επιστροφής των πολιτιστικών θησαυρών που έχουν απομακρυνθεί παρανόμως από το ελληνικό έδαφος.

Θα ήταν χρήσιμο να τονιστεί ότι το ζήτημα της επιστροφής των πολιτιστικών θησαυρών άρχισε δυστυχώς να απασχολεί σχετικά αργά την Ε.Ε., όταν αρχικώς ετέθη ως σημαντικό παρεμπίπτον ζήτημα στα πλαίσια της δημιουργίας της ενιαίας αγοράς και της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων. Στην κατεύθυνση της αντιμετώπισης του οργανωμένου εγκλήματος που δραστηριοποιείται στην παράνομη εμπορία των αρχαιοτήτων και άλλων πολιτιστικών θησαυρών, η Ε.Ε. θέσπισε το 1993 έναν σχετικό με αυτά τα θέματα κανονισμό κοινή οδηγία, η οποία έθετε τις βάσεις για την επιστροφή αυτών των αγαθών.

Η οδηγία του 2014 που καλούμαστε σήμερα να ενσωματώσουμε στην εθνική μας νομοθεσία αποτελεί την τρίτη αναθεώρηση της αρχικής οδηγίας και σε αυτήν την κατεύθυνση σημειώνεται σημαντική πρόοδος σε μια σειρά από πολύ σοβαρά ζητήματα που καλύπτουν το συγκεκριμένο πεδίο. Σ’ αυτή τη λογική η ενσωμάτωση της Οδηγίας που συζητάμε, μπορεί να συμβάλει καθοριστικά σε πολλές και κρίσιμες υποθέσεις, που βρίσκονται μπροστά μας.

Οι βελτιώσεις που επιφέρει η σχετική Οδηγία στο υπάρχον θεσμικό πλαίσιο, είναι κατά βάση τέσσερις. Πρώτον, διαγράφεται το παράρτημα που υπήρχε στην προηγούμενη Οδηγία και το οποίο περιόριζε τα πολιτιστικά αγαθά, τα οποία μπορούν να καλύπτονται από τις ρυθμίσεις των σχετικών διατάξεων. Με την παρούσα Οδηγία όλα τα πολιτιστικά αντικείμενα, που θεωρούνται από κάποιο κράτος – μέλος εθνικοί θησαυροί, μπορούν να επιστραφούν.

Δεύτερη ουσιαστική βελτίωση, είναι η παράταση μιας σειράς προθεσμιών για την διεκδίκηση της επιστροφής των πολιτιστικών αγαθών. Οι προθεσμίες που αφορούν στις ενέργειες των αρχών για την ολοκλήρωση των υποθέσεων εκτείνονται στα τρία χρόνια. Η δυνατότητα αναζήτησης των αγαθών επεκτείνεται, επίσης, στα τριάντα χρόνια για έργα ιδιωτικών συλλογών και στα 75 χρόνια για έργα δημοσίων συλλογών.

Ενώ εισάγεται και διάταξη για το «απαράγραφο» υποθέσεων, που αφορούν σημαντικά έργα και υπό προϋποθέσεις που σχετίζονται με το νομικό και θεσμικό πλαίσιο κάθε κράτους.

Εντούτοις, οι διατάξεις της Οδηγίας παραμένουν περιοριστικές, καθώς αφορούν κυρίως υποθέσεις απομάκρυνσης μετά από το 1993 και μόνο υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις μπορούν να επεκταθούν και σε ορισμένες περιπτώσεις απομάκρυνσης πριν από το 1993. Με άλλα λόγια δεν εισάγεται ένα καθολικό πεδίο ρυθμίσεις χωρίς χρονικούς περιορισμούς, πεδίο το οποίο όμως είναι απολύτως απαραίτητο για την άρτια προστασία των εθνικών θησαυρών.

Τρίτη βελτίωση που εισάγει η Οδηγία, είναι η κινητοποίηση του πληροφοριακού συστήματος για την εσωτερική αγορά. Το σύστημα αυτό χρησιμοποιείται από τα κράτη – μέλη για την ανταλλαγή πληροφοριών σε θέματα κυκλοφορίας αγαθών και εμπορευμάτων. Με την επέκταση του πεδίου και στα πολιτιστικά αγαθά γίνεται πιο εύκολος ο εντοπισμός των θησαυρών που έχουν απομακρυνθεί παράνομα, ενισχύοντας έτσι την συνεργασία ανάμεσα στα κράτη – μέλη.

Τετάρτη και ίσως η σημαντικότερη καινοτομία της Οδηγίας, είναι η εισαγωγή της πρόβλεψης, η οποία αφορά την ευθύνη του κατόχου ενός πολιτιστικού αγαθού να αποδείξει ο ίδιος, ότι δεν το κατέχει παράνομα. Ο «νομέας» – όπως αποκαλείται από το νομοσχέδιο – ενός πολιτιστικού αγαθού, οφείλει να αποδείξει ότι ο ίδιος είναι «καλόπιστος», δηλαδή, ότι έπραξε τα δέοντα κατά την διάρκεια κτήσης του αγαθού, για να διαπιστώσει ότι αυτό δεν αποτελεί προϊόν υπεξαίρεσης και παράνομης κατοχής.

Ο καλόπιστος, λοιπόν, νομέας δικαιούται να αποζημιωθεί σε περίπτωση που κληθεί να επιστρέψει ένα πολιτιστικό αγαθό, ενώ το κράτος μπορεί να απαιτήσει η αποζημίωση αυτή να καταβληθεί από εκείνον, ο οποίος συνέβαλε αρνητικά με τις πράξεις του, στην απομάκρυνση του αγαθού. Το τεκμήριο της απόδειξης, λοιπόν, βαρύνει τον κάτοχο και αυτό είναι η πιο σημαντική καινοτομία αυτής της Οδηγίας.

Η ενσωμάτωση, λοιπόν, στην ελληνική νομοθεσία παρέχει στο πλαίσιο όλων των παραπάνω μια σειρά από αποτελεσματικότερα νομικά και διοικητικά εργαλεία στην αρμόδια Διεύθυνση Τεκμηρίωσης και Προστασίας Πολιτιστικών Αγαθών του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού για να κάνει την δουλειά της.

Ο στόχος είναι απολύτως σαφής και ξεκάθαρος, να επιστραφούν όσο το δυνατόν περισσότερα πολιτιστικά αγαθά, που έχουν απομακρυνθεί παράνομα από την Ελλάδα και φαντάζομαι ότι στο στόχο αυτό συμφωνούν και όλες οι πολιτικές δυνάμεις και όσοι συμμετέχουμε στην Επιτροπή Μορφωτικών Υποθέσεων.

Ωστόσο και σε ευρωπαϊκό, αλλά και σε διεθνές επίπεδο η προστασία των πολιτιστικών αγαθών και των αρχαιολογικών θησαυρών, δεν βρίσκεται στο επίπεδο της αποτελεσματικότητας που όλοι θα θέλαμε. Τα τελευταία τραγικά γεγονότα στην Παλμύρα και σε άλλες περιοχές της Συρία, καταδεικνύουν ότι πολιτιστικοί θησαυροί συνεχίζουν να αποτελούν, δυστυχώς, λεία πολέμου, αλλά και στόχου ενεργειών καταστροφής και βεβήλωσης.

Βέβαια, δεν θα μπορούσαμε να μην κάνουμε και μια σύντομη αναφορά σε δύο ζητήματα, τα οποία δεν αφορούν, βέβαια, άμεσα το νομοσχέδιο και το πεδίο που καλύπτουν οι ρυθμίσεις του, άλλα πρόκειται για τα θέματα της επιστροφής των μαρμάρων του Παρθενώνα και της επιστροφής των αρχαιολογικών θησαυρών που κλάπηκαν κατά την διάρκεια της κατοχής. Τα θέματα αυτά, παρόλο που δεν αφορούν το παρόν νομοσχέδιο, αποτελούν ζητήματα που μας απασχολούν στο ανώτατο δυνατό πολιτικό επίπεδο.

Κλείνοντας, θα ήθελα να τονίσω ότι η Κυβέρνηση λειτουργεί με μεθοδικά και γρήγορα βήματα στο ζήτημα της προστασίας των πολιτιστικών αγαθών και ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά την επιστροφή των πολιτιστικών μας θησαυρών, που έχουν πέσει θύματα υφαρπαγής. Ευελπιστούμε ότι όλοι οι βουλευτές των δημοκρατικών κομμάτων θα στηρίξουν το νομοσχέδια, αλλά και την προσπάθεια που δίνει και κάνει η χώρα για την επιστροφή των αρχαιοτήτων στο φυσικό τους χώρο. Αυτή η προσπάθεια συμπεριλαμβάνει εκτός από την κινητοποίηση των συναρμόδιων υπουργείων και της Κυβέρνησης και την δραστηριοποίηση της Βουλής των Ελλήνων, αλλά και της Επιτροπής μας, αξιοποιώντας το ιδιαίτερο κύρος που διαθέτει.

Στηρίζουμε, λοιπόν, αυτή την προσπάθεια, επικροτούμε την πρωτοβουλία του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού για την προώθηση του συγκεκριμένου νομοσχεδίου, με το οποίο γίνονται σημαντικά βήματα στην κατεύθυνση της προστασίας των εθνικών θησαυρών.