Ομιλία Παναγιώτας Δριτσέλη στο νομοσχέδιο “Ίδρυση Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής και λοιπές διατάξεις”. Ολομέλεια Βουλή. 26.2.2018

Κυρίες και κύριοι βουλευτές, η σημερινή συζήτηση για τη δημιουργία του Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής αποτελεί ένα εκπαιδευτικό και ακαδημαϊκό ορόσημο. Εντάσσεται σε μια πολιτική που έχει ξεκινήσει από την κυβέρνηση και έχει διττό στόχο. Καταρχάς, πρόκειται για μια πολιτική επιλογή που ευελπιστεί να απαντήσει στις νέες συνθήκες, στα νέα δεδομένα, που προκύπτουν, έπειτα από δέκα χρόνια κρίσης και εν όψει της διαφαινόμενης εξόδου από αυτήν και φιλοδοξούμε, μαζί με τους νέους επιστήμονες, να σταθούμε στα πόδια μας και να γυρίσουμε σελίδα ως χώρα.
Ένας δεύτερος στόχος και πολύ σημαντικός είναι ότι η προσπάθεια αυτή εκκινεί από την ανάγκη, προφανώς, που υπάρχει μέσα στην ελληνική κοινωνία και που προέρχεται και μέσα από την ανάπτυξή της, για το ποια θα πρέπει να είναι η προοπτική αυτής της χώρας και πού θα πρέπει να στηριχθούμε, για να μην γυρίσουμε, προφανώς, στην εποχή πριν από το 2009, την οποία και όλοι φαίνεται να ξορκίζουμε. Αυτό γίνεται -και είναι μια καινοτομία, θα έλεγα, του Υπουργείου- χωρίς “οικονομίστικα” κριτήρια. Είναι λοιπόν μια ανάγκη. Και γι’ αυτό θα πρέπει και να αγκαλιαστεί και με πάρα πολύ μεγάλη φροντίδα και το λέω ειλικρινά, όλες οι πτέρυγες της Βουλής να εγκύψουν πάνω σε αυτήν την προσπάθεια και παραγωγικά να δώσουν τις προτάσεις τους, γιατί αυτό το νομοσχέδιο είναι ο οδηγός για το πώς πρόκειται να αλλάξει ο ακαδημαϊκός χάρτης συνολικά στη χώρα.
Η δημιουργία, λοιπόν, του πανεπιστημιακού αυτού ιδρύματος, του τρίτου μεγαλύτερου πανεπιστημιακού πόλου της χώρας, συμβολίζει την έναρξη μιας εξαιρετικά δημιουργικής, θα έλεγα, φάσης κοινωνικής, αλλά και ερευνητικής ανασυγκρότησης. Αποτελεί, επίσης, το σημείο αφετηρίας για μια νέα εποχή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, η οποία θα στοχεύει στην ποιοτική υπέρβαση και στη στήριξη ενός διαφορετικού παραγωγικού και ακαδημαϊκού μοντέλου στηριγμένου στην κοινωνία της έντασης γνώσης.
Το Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής -πρέπει να το τονίζουμε, δεν πρέπει να το κρύβουμε- προέκυψε από την ακαδημαϊκή αναδόμηση δύο μεγάλων τεχνολογικών ιδρυμάτων και δείχνει τον δρόμο σε άλλα ιδρύματα με ακαδημαϊκά κριτήρια και με μοναδικό γνώμονα τη μετάβαση της ελληνικής τριτοβάθμιας εκπαίδευσης σε ένα νέο επίπεδο.
Ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον σημείο σε αυτήν τη διαδικασία είναι ότι το νέο ίδρυμα δεν προέκυψε στη λογική της διοικητικής επιβολής. Δεν δημιουργήθηκε δηλαδή μέσα από ένα καταναγκαστικό περιβάλλον διοικητικών πιέσεων, όπως συνέβη, για παράδειγμα με το «σχέδιο Αθηνά». Αντίθετα, αποτελεί ένα πείραμα από τα κάτω προς τα πάνω, με τη σφραγίδα της ίδιας της ακαδημαϊκής κοινότητας. Αυτή η διαφοροποίηση καθιστά αυτό το εγχείρημα μοναδικό και ελπίζουμε ότι σε αυτήν την πορεία θα ακολουθήσουν και τα υπόλοιπα ιδρύματα της χώρας.
Ο επιτελικός ρόλος του Υπουργείου σε αυτήν την προσπάθεια, αλλά και της Επιτροπής Μορφωτικών Υποθέσεων σε όλες τις συνεδριάσεις ήταν σημαντικός. Έγιναν συνεχείς διαβουλεύσεις με την εκπαιδευτική κοινότητα, με εκπαιδευτικούς, παραγωγικούς και ερευνητικούς φορείς, αλλά και ουσιαστική δουλειά σε επίπεδο προετοιμασίας από τα δύο μεγάλα ΤΕΙ της Αττικής.
Επίσης, το νέο Πανεπιστήμιο, όπως και τα υπόλοιπα που θα προκύψουν, κυοφορήθηκε και στα περιφερειακά αναπτυξιακά συνέδρια που συνδιοργάνωσε η ελληνική Κυβέρνηση με τις Περιφέρειες της χώρας. Η ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας, η οποία συμμετείχε με ιδιαίτερη θέρμη σε αυτές τις διαδικασίες θεσμικής και δομημένης διαβούλευσης και τα πάνελ που διοργανώθηκαν η αλήθεια είναι ότι αγκαλιάστηκαν αρκετά και ήταν από τα πιο δημοφιλή σε όλες τις περιφέρειες.
Το Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής, λοιπόν, αποτελεί το επιστέγασμα μιας πολυδιάστατης προσπάθειας, η οποία ελπίζουμε να μην είναι και η μόνη. Σε όλες τις Περιφέρειες η συζήτηση έχει ανοίξει. Όλα τα ιδρύματα, πανεπιστήμια και ΤΕΙ, αναζητούν ωσμώσεις, κινητοποιούν σκέψεις και ιδέες και ταυτόχρονα οι τοπικές κοινωνίες αδημονούν για μία νέα ακαδημαϊκή πρόταση, που γενικά και συνολικά θα τις αναβαθμίσει. Σε αυτήν την κατεύθυνση είναι εξαιρετικά σημαντικό το γεγονός ότι η συζήτηση αυτή διεξάγεται με ακαδημαϊκά και όχι με μικροπολιτικά κριτήρια, όπως στην περίπτωση του «σχεδίου Αθηνά».
Θυμόμαστε όλοι μας τις τότε προτάσεις του υπουργείου, οι οποίες καταργούσαν με οριζόντιο τρόπο εκατοντάδες τμήματα των ΤΕΙ και στη συνέχεια συγχώνευαν άσχετα μεταξύ τους αντικείμενα, μόνο και μόνο για να μετριάσουν αντιδράσεις τοπικών φορέων, αλλά και παραγόντων. Η ακαδημαϊκότητα στη σημερινή διαδικασία, αλλά και η διάθεση δημιουργίας και όχι καταστροφής αποτελούν και τις ποιοτικές διαφορές στις οποίες θα βασιστεί η επιτυχία του νέου Πανεπιστημίου. Ελπίζουμε, λοιπόν, αυτή η συζήτηση να προχωρήσει σε όλα τα εκπαιδευτικά ιδρύματα της χώρας. Παρά το τιτάνιο έργο που απαιτείται, μπορούμε να τα καταφέρουμε και να φτάσουμε στο ίδιο σημείο που είμαστε σήμερα με το Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής.
Προφανώς, αυτή η διαδικασία δεν μπορεί να ολοκληρωθεί μόνο μέσα από τη νομοθετική διαδικασία. Θα πρέπει το νέο πανεπιστήμιο να δουλέψει. Οι ακαδημαϊκοί δάσκαλοι και οι φοιτητές να καταβάλουν επίπονη προσπάθεια για να εδραιωθεί το νέο ίδρυμα ανάμεσα στα ποιοτικότερα της Ευρώπης. Το σημαντικό, όμως, είναι ότι σήμερα η ακαδημαϊκή κοινότητα στο σύνολό της καλωσορίζει με πολύ θετικό τρόπο αυτήν την προσπάθεια.
Θα ήθελα να σταθώ σε δύο ακόμα σημαντικές ρυθμίσεις αυτού του νομοσχεδίου. Καταρχάς, όσον αφορά τις μετεγγραφές, με τις διατάξεις αυτού του νομοσχεδίου κατοχυρώνεται το δικαίωμα μετεγγραφής σε αδέλφια προπτυχιακούς φοιτητές. Με τον τρόπο αυτόν δίνεται πραγματικά μια σημαντική ανάσα στις οικογένειες που σε αυτές τις δύσκολες σημερινές συνθήκες παλεύουν για να σπουδάσουν τα παιδιά τους.
Με προσοχή ακούσαμε, βέβαια, και την πρόταση του Υπουργού για διακομματική συνδιαμόρφωση ενός νέου πλαισίου για το θέμα αυτό που δεν είναι άσχετο και δεν πρέπει να το αντιμετωπίζουμε ως τέτοιο, με τον νέο ακαδημαϊκό χάρτη και με το σύστημα πρόσβασης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Γι’ αυτό θα πρέπει όλοι μαζί να σκεφτούμε ένα σύστημα, το οποίο θα είναι, αφενός, όσο το δυνατόν πιο ευρύ, αλλά ταυτόχρονα δεν θα ακυρώνει τα ιδρύματα της περιφέρειας και δεν θα καθιστά δευτερεύον καθήκον για το υπουργείο την ενίσχυση της φοιτητικής μέριμνας για όσους φοιτητές δεν μπορούν να κάνουν χρήση αυτού του δικαιώματος.
Αξίζει να γίνει ιδιαίτερη αναφορά και στις διατάξεις του άρθρου 33 για τη δίχρονη υποχρεωτική φοίτηση των νηπίων στο νηπιαγωγείο. Άκουσα με προσοχή όλους τους συναδέλφους. Κατανοώ και τις ανησυχίες που μπορεί να υπάρχουν σε κάποιες ομάδες και το ότι οποιαδήποτε αλλαγή ή μεταρρύθμιση μπορεί να επιφέρει κάποιου είδους καχυποψία. Κάθε τι καινούργιο προφανώς πρέπει να αξιολογείται και εν ευθέτω χρόνω αυτό θα συμβεί.
Νομίζω, ότι έχει γίνει πλέον κατανοητό ότι το θέμα της δίχρονης υποχρεωτικής προσχολικής εκπαίδευσης είναι ένα πάγιο αίτημα της εκπαιδευτικής κοινότητας. Δεν το λέει μόνο ο κ. Γαβρόγλου, η πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας ή ο ΣΥΡΙΖΑ. Αυτό δεν σημαίνει ότι a priori θα πρέπει να καταδικάζουμε αυτές τις προσπάθειες και τις μεταρρυθμίσεις που έχουν ως στόχο την αναβάθμιση του εκπαιδευτικού έργου, όταν μάλιστα όλοι μας εδώ, σε αυτήν την αίθουσα, συνομολογούμε ότι η εκπαίδευση εν γένει χρειάζεται σημαντικές αλλαγές και καινοτόμες παρεμβάσεις.
Θέλω, λοιπόν, να πω ότι σταδιακά και σε βάθος τριετίας, άρα μιλάμε για ένα μεταβατικό στάδιο το οποίο εκ των πραγμάτων χρειάζεται, προκειμένου όλοι να ανταποκριθούν στις νέες συνθήκες, τα παιδιά από τεσσάρων έως έξι χρόνων θα ενταχθούν στα δημόσια νηπιαγωγεία, με την αντίστοιχη βέβαια μέριμνα της πολιτείας για την πλήρη κάλυψη αυτών των αναγκών.
Αυτή η διαρθρωτική εκπαιδευτική τομή θα έχει ως αποτέλεσμα την ενσωμάτωση στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα των βέλτιστων ευρωπαϊκών πρακτικών, όπως αυτές ισχύουν σε χώρες πρότυπα στην εκπαίδευση, όπως είναι η Φινλανδία, για παράδειγμα, και αφετέρου την οριστική απαλλαγή όλων των οικογενειών από οικονομικές επιβαρύνσεις που προκύπτουν από τη σημερινή κατάσταση, ιδιαίτερα για όσους, κάθε χρόνο το αντιμετωπίζουμε αυτό, δεν εξασφαλίζουν τα voucher για την κάλυψη των τροφείων.
Κυρίες και κύριοι βουλευτές, κλείνοντας, θα ήθελα να σημειώσω ότι η δημιουργία του Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής αποτελεί ακαδημαϊκή παρακαταθήκη της Αριστεράς. Αποτελεί την εφαρμογή ενός οράματος αλλά και ενός προγραμματικού πλαισίου του ΣΥΡΙΖΑ για την παραγωγική ανασυγκρότηση, με αιχμή τη δημόσια εκπαίδευση. Όπως σε κάθε τομή, έτσι και σε αυτή, κάποιοι έσπευσαν να θέσουν προσκόμματα, να εγείρουν διοικητικές ή άλλες γραφειοκρατικές δυσκολίες. Η απάντηση σε όλα αυτά είναι ότι το πανεπιστήμιο έχει μπροστά του προκλήσεις, αλλά θα τα καταφέρει, κυρίως γιατί οι πρώτοι που αδημονούν να δουλέψει και να πετύχει είναι η ίδια η ακαδημαϊκή κοινότητα, οι φοιτητές, αλλά και οι καθηγητές του. Ελπίζουμε, λοιπόν, ότι στην κατεύθυνση αυτή, το επόμενο βήμα θα είναι και η αναβάθμιση των ιδρυμάτων της περιφέρειας στο πρότυπο αυτού του Πανεπιστημίου, που όλοι φαίνεται ότι τελικά επιθυμούν.