Τοποθέτηση της Παναγιώτας Δριτσέλη στην Ειδική Μόνιμη Επιτροπή Ισότητας, Νεολαίας και Δικαιωμάτων του Ανθρώπου σε σχέση με την έκθεση του Επιτρόπου του Συμβουλίου της Ευρώπης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα.

 

Θα ήθελα καταρχήν να απευθύνω ένα ερώτημα στον κ. Σούρλα και θα χρησιμοποιήσω μια δική του έκφραση, ο οποίος όταν αναφέρθηκε στην έκθεση του κ. Μούιζνιεκς είπε ότι πρόκειται για μια έκθεση «κόλαφος». Αυτή η έκθεση λοιπόν, ανάμεσα σε όλα τα άλλα, αναφέρει και καταλογίζει ευθύνες και στους πολιτικούς θεσμούς της χώρας για την έξαρση των ρατσιστικών φαινομένων. Θα ήθελα ένα σχόλιο από εσάς, κ. Σούρλα σε σχέση με τις ευθύνες της ανώτατης πολιτικής ηγεσίας και συγκεκριμένα του Πρωθυπουργού και του Υπουργού Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη. Αναφέρομαι στα δύο αυτά πολιτικά πρόσωπα γιατί συγκαταλέγονται μέσα στην έκθεση, ως συνυπεύθυνα σε σχέση με την αύξηση του ρατσισμού και της μισαλλοδοξίας στη χώρα.

Επίσης, θα ήθελα να πω ότι σαφώς συμμερίζομαι την άποψή σας ότι θα πρέπει να υψωθεί ένα δίκτυ κοινωνικής προστασίας απέναντι σε όλη αυτή την καταστροφή που βλέπουμε να συμβαίνει γύρω μας. Όμως, γνωρίζουμε πολύ, καλά και αν σκεφτούμε και το πόρισμα του κ. Lumina, ότι η πηγή όλου αυτού του κακού είναι μια συγκεκριμένη πολιτική. Θα ήθελα λοιπόν να μας πείτε αν θεωρείτε ότι από μόνη της η αλληλεγγύη, αποσπασματικά, μπορεί να δώσει λύση, αν συνεχιστεί αυτή η πολιτική που γνωρίζουμε ότι θα οδηγήσει σε ακόμη μεγαλύτερη ύφεση, με διαρκή νέα μέτρα για να καλυφθεί η αποτυχία των προηγουμένων.

Υπάρχει μια έκθεση αρκετά λεπτομερής και εμπεριστατωμένη από τον Επίτροπο και στην οποία θεωρώ ότι δεν πρέπει να εθελοτυφλήσουμε σε καμιά περίπτωση. Αυτό που εγώ έχω αποκομίσει από αυτήν την έκθεση είναι ότι η κυβέρνηση δεν λειτουργεί με βάση τους γενικούς άξονες προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπως αυτοί αποκρυσταλλώνονται από τους διεθνείς οργανισμούς, αλλά με βάση το πολιτικό και το επικοινωνιακό όφελος. Και γιατί το λέω αυτό; Γιατί είναι θλιβερό το γεγονός ότι στις ευθύνες που καταλογίζει ο Επίτροπος στους πολιτικούς θεσμούς της χώρας για την έξαρση των ρατσιστικών φαινομένων, να συμπεριλαμβάνονται και εκείνες που αφορούν στο Πρωθυπουργό, το είπα και πριν, και στον Υπουργό Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη, σημειώνοντας επί λέξη ότι «είναι σημαντικό οι πολιτικοί αρχηγοί να αποφεύγουν να χρησιμοποιούν γλώσσα που στιγματίζει συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες, όπως μετανάστες καθώς αυτό ενισχύει την επιρροή ρατσιστικών κομμάτων όπως η Χρυσή Αυγή, αυξάνει την μισαλλοδοξία και οδηγεί σε υποβάθμιση της επικινδυνότητας του ρατσισμού στην κοινωνία». Δεν χρειάζεται να θυμίσουμε βεβαίως τις δηλώσεις του Πρωθυπουργού περί «ανακατάληψης» και του Υπουργού περί «βόμβας» και «εισβολής» οι οποίες είναι γνωστές πλέον σε όλο τον κόσμο.

Δυστυχώς όμως, δεν είναι το μόνο πρόβλημα η ρατσιστική δράση και ο λόγος νεοναζιστικών πολιτικών μορφωμάτων. Η έκθεση του Συμβουλίου της Ευρώπης είναι ιδιαίτερα κριτική και σε όλο το φάσμα της μεταναστευτικής πολιτικής που ακολουθείται από την χώρα, από την πρώτη υποδοχή των αλλοδαπών μέχρι και τις πολιτικές για την ενσωμάτωση τους. Όλο το νομικό, θεσμικό και διοικητικό πλέγμα κινείται σε λάθος κατεύθυνση, σύμφωνα με το Συμβούλιο της Ευρώπης. Από τις άθλιες συνθήκες κράτησης των αλλοδαπών σε κέντρα κράτησης και κρατητήρια, μέχρι την έκφραση της θρησκευτικής πίστης ή την πρόσβαση στην ιθαγένεια και την πολιτική συμμετοχή, το Συμβούλιο Ευρώπης περιγράφει τις ελληνικές πολιτικές ως ιδιαίτερα ελλιπείς, αν όχι εσφαλμένες.

Όσον αφορά τους ασυνόδευτους ανήλικους που εισέρχονται στην ελληνική επικράτεια, οφείλουν να αντιμετωπίζονται βάση του διεθνούς δικαίου ως υποκείμενα προστασίας και στο πλαίσιο αυτό να μην κρατούνται αλλά να φιλοξενούνται σε δομές, για τις οποίες ακούσαμε και πριν, ότι εκτός από το ότι είναι ελάχιστες, υπολειτουργούν λόγω της κρατικής υποχρηματοδότησης. Θέλω να πω κάτι τελευταίο, ότι αυτή είναι η σκληρή πραγματικότητα και καλό θα ήταν να διδαχτούμε για το πώς θα πορευτούμε παρακάτω. Αυτό που χρειάζεται είναι η πολιτική βούληση και δεν είμαι σίγουρη, αν αυτή τη στιγμή η κυβέρνηση την διαθέτει και αναφέρομαι στο ότι γενικότερα υπάρχει μια προσπάθεια αποδόμησης αυτής της έκθεσης, όταν αναφέρονται κυβερνητικοί ή θεσμικοί παράγοντες σε αυτή και την σχολιάζουν λέγοντας ότι παρά τις παρατηρούμενες ελλείψεις η χώρα κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση.