Ομιλία Παναγιώτας Δριτσέλη στο σχέδιο νόμου «Έρευνα, τεχνολογική ανάπτυξη και καινοτομία και λοιπές διατάξεις». Ολομέλεια Βουλής 26.11.2014

 

Κύριε Υπουργέ, συζητάμε σήμερα άλλο ένα νομοσχέδιο του Υπουργείου Παιδείας, το οποίο στα βασικά του χαρακτηριστικά και όσον αφορά και την κοινοβουλευτική διαδικασία, δυστυχώς χαρακτηρίζεται από τα ίδια προβλήματα με όλα σχεδόν τα προηγούμενα νομοσχέδια που έχει φέρει η Κυβέρνηση. Δηλαδή, βροχή τροπολογιών σε άσχετα με την έρευνα ζητήματα, από τη ΝΕΡΙΤ μέχρι τα θέματα του Λιμενικού Σώματος, αλλά και εκατοντάδες ετερόκλητες εκπαιδευτικές διατάξεις άσχετες με το κύριο σώμα του νομοσχεδίου.

Αυτήν τη φορά, όμως, είναι πραγματικά σαν να συζητάμε πέντε νομοσχέδια στην τιμή του ενός.

Αυτό, αν μη τι άλλο κύριε Υπουργέ, υποβαθμίζει κυρίως τα εκπαιδευτικά ζητήματα. Και παρά τις δεσμεύσεις που έχουμε λάβει, ακόμα και από τον κ. ΜεΪμαράκη, εδώ και μήνες, ότι θα είναι η τελευταία φορά που συμβαίνει αυτό, δυστυχώς έχουμε σταματήσει να ελπίζουμε.

Σε ότι αφορά τώρα το κυρίως νομοσχέδιο, αυτό για την έρευνα, θα ήθελα να κάνω μία σειρά από επιλεγμένες παρατηρήσεις, καθώς είναι αδύνατον να συζητηθούν όλα αυτά επί της ουσίας στον ελάχιστο χρόνο που διαθέτουμε, δηλαδή, τα πενήντα και πλέον άρθρα που περιλαμβάνονται, καθώς και οι εκατό νομοτεχνικές αλλαγές που εισήχθησαν στην αρμόδια Επιτροπή κατά τη διάρκεια επεξεργασίας του νομοσχεδίου.

Όμως, μια και χθες κατατέθηκε και ο Προϋπολογισμός, θα είχε αξία να τονιστεί ότι αυτή είναι η πέμπτη συνεχής χρονιά που οι δημόσιες δαπάνες για την έρευνα και για την εκπαίδευση γενικότερα, γνωρίζουν περικοπές και μειώσεις.

Για το 2015, λοιπόν, η κρατική επιχορήγηση της ερευνητικής δραστηριότητας στη χώρα μας προϋπολογίζεται σε 55 εκατομμύρια ευρώ, από τα 62 εκατομμύρια ευρώ που ήταν πέρυσι και τα 71 εκατομμύρια ευρώ που ήταν πρόπερσι. Άρα, κάθε ισχυρισμός από μεριάς της πολιτικής ηγεσίας του Υπουργείου περί αναβάθμισης των ερευνητικών δυνατοτήτων της χώρας, σαφώς και μόνο σαν σύντομο ανέκδοτο μπορούν να ακουστούν και δεν έχουν και κανένα νόημα.

Το δεύτερο θέμα που αξίζει να τονιστεί είναι ότι το παρόν νομοσχέδιο αποτελεί και μνημονιακή υποχρέωση. Αυτό μπορεί εύκολα να το ανακαλύψει κάποιος αν διαβάσει την τελευταία αξιολόγηση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου για την εφαρμογή του οικονομικού προγράμματος στη χώρα μας, όπου αναφέρεται ότι η έρευνα θα πρέπει να μεταρρυθμιστεί, να συνδεθεί με την αγορά και να περιοριστεί ο ρόλος τους κράτους σε ό,τι αφορά τη χρηματοδότηση, αλλά και τον προγραμματισμό.

Με αυτές τις δύο κατευθύνσεις, δηλαδή αφενός τις δημοσιονομικές περικοπές του Προϋπολογισμού και αφετέρου την πίεση των δανειστών για πλήρη παράδοση της έρευνας στην αγορά, είναι πλέον σαν καθρέφτης αυτό που διαβάζουμε και συζητάμε σήμερα.

Έτσι, τα βασικά χαρακτηριστικά του δεν μπορούν να είναι άλλα από την υποβάθμιση των ερευνητών, την ελαστικοποίηση της ερευνητικής εργασίας και την παράδοση των ερευνητικών κέντρων στις ορέξεις της αγοράς. Δεν υπάρχει κανένα ενδιαφέρον για την αναβάθμιση της έρευνας ως κοινωνικό αγαθό και δεν υπάρχει καμία μέριμνα για την κοινωνική ανταποδοτικότητα της ερευνητικής διαδικασίας.

Όσον αφορά τις τροπολογίες, όπου και εισάγονται εκατοντάδες διατάξεις για δεκάδες ετερόκλητα εκπαιδευτικά θέματα -από τη μειονοτική εκπαίδευση μέχρι και τα κολλέγια και τα θέματα των ΑΕΙ- πραγματικά και ο πιο καλόβουλος πολίτης αυτής της χώρας με την πρώτη ανάγνωση αυτού του νομοσχεδίου, αλλά και του τρόπου με τον οποίο εισήχθηκε, μπορεί να καταλάβει ότι πιθανότατα μπορεί να είναι και το τελευταίο νομοσχέδιο που φέρνει αυτή η Κυβέρνηση στην Εθνική Αντιπροσωπεία. Διότι μόνο έτσι μπορεί να δικαιολογηθεί και αυτός ο πανικός ο οποίος σας έχει καταλάβει και έχετε φέρει όλες τις ρυθμίσεις που μπορεί να είχατε ξεχάσει στο συρτάρι σας.

Σε αυτές όλες τις διατάξεις, λοιπόν, επιχειρείτε για ακόμη μία φορά το «ράβε – ξήλωνε» στον περιβόητο πλέον νόμο για το Λύκειο που είχε εισάγει ο κ. Αρβανιτόπουλος, ο προηγούμενος Υπουργός και θυμίζω λίγες μέρες πριν από την έναρξη της νέας σχολικής χρονιάς.

Θα είχε πραγματικά ενδιαφέρον, μόνο και μόνο για την ιστορία, να αναλογιστούμε πόσες φορές τροποποιήθηκε ο εν λόγω νόμος από τη μέρα που ψηφίστηκε. Άρθρα του αλλάχτηκαν και ξαναλλάχτηκαν, μαθήματα μπήκαν και βγήκαν από τα ωρολόγια προγράμματα, το πλαίσιο για το Επαγγελματικό Λύκειο σβήστηκε και ξαναγράφτηκε, διατάξεις για τη μαθητεία επαναδιατυπώνονται συνεχώς.

Το μόνο σίγουρο ακόμα και σήμερα είναι ότι κανένας δεν γνωρίζει πώς του χρόνου τα παιδιά θα εισαχθούν στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση, ποια θα είναι η διαβάθμιση, τι είναι η κατάρτιση, τι είναι η τυπική εκπαίδευση και πάει λέγοντας. Κανένας δεν γνωρίζει τίποτα.

Επανέρχεται έτσι για άλλη μια φορά –και το είπαν κι άλλοι συνάδελφοι- η συζήτηση για το ποιος θα πρέπει να είναι ο ρόλος της Χημείας ή της Πληροφορικής, για το ποια θα πρέπει να είναι τα πανελλαδικώς εξεταζόμενα μαθήματα, ποια βαρύτητα θα πρέπει να έχουν για την εισαγωγή στα αντίστοιχα τμήματα των ΑΕΙ και για το ποιοι θα πρέπει να είναι οι μαθησιακοί πυλώνες της Γενικής Παιδείας.

Ακόμα και το Υπουργείο δεν ξέρει τελικά τι νομοθετεί.

Και απαντάω στον κ. Γεωργιάδη, ο οποίος μας κατηγόρησε ότι σχεδόν εθιμοτυπικά ερχόμαστε και μιλάμε για προχειρότητα και αποσπασματικότητα, αναφέροντας απλά ένα παράδειγμα, όπου στην Αιτιολογική Έκθεση της τροπολογίας η Λογοτεχνία εξαιρείται από τις Πανελλαδικές εξετάσεις της Γ΄ Λυκείου, ενώ στο σώμα της τροπολογίας επαναφέρεται ως πανελλαδικώς εξεταζόμενο μάθημα.

Τελικά, από όλον αυτόν τον ορυμαγδό είναι ξεκάθαρο πια ότι ο μόνος που ωφελείται είναι η παραπαιδεία και τα κολλέγια. Αυτή η συνεχής αναταραχή στο εκπαιδευτικό σύστημα και οι αλλαγές χωρίς καμία στόχευση, ευνοούν ξεκάθαρα πια την ιδιωτική εκπαίδευση κι ενισχύουν βασικά τις ταξικές ανισότητες στο μαθητικό πληθυσμό.

Τελειώνοντας, θα ήθελα να πω το εξής: Το Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων οφείλει για μία -έστω για μία μόνο- φορά -και το οφείλει και στους γονείς και στην εκπαιδευτική κοινότητα, αλλά κυρίως στους μαθητές και τη νέα γενιά- να σταματήσει αυτήν την κατάσταση και να προχωρήσει συγκροτημένα στη διαβούλευση με την εκπαιδευτική κοινότητα για τη δημιουργία ενός σταθερού εκπαιδευτικού συστήματος, σε ό,τι αφορά το Λύκειο, με μεθοδολογική εστίαση στην επιστημονική χάραξη των εκπαιδευτικών προγραμμάτων. Και, επιτέλους, ας σταματήσουν αυτές οι ψηφοθηρικές λογικές της προσθαφαίρεσης μαθημάτων με μοναδικό στόχο τις μικροκομματικές επιδιώξεις.

Εμείς από τη μεριά μας, ο ΣΥΡΙΖΑ, έχουμε δεσμευτεί για την εφαρμογή μιας εντελώς διαφορετικής λογικής σε ότι αφορά την εκπαίδευση, σε όλες τις βαθμίδες, αλλά και για την πραγματική αναβάθμιση του δημόσιου χαρακτήρα του εκπαιδευτικού συστήματος.

Το δημόσιο σχολείο και το δημόσιο πανεπιστήμιο απειλούνται σήμερα περισσότερο από κάθε άλλη φορά και πρέπει άμεσα, σε όλες τις προτεραιότητες -και σε δημοσιονομικό επίπεδο, αλλά και σε πολιτικό- να δράσουμε, γιατί ενδέχεται τα πλήγματα στο αγαθό της εκπαίδευσης να είναι ανεπανόρθωτα. Και δεν δικαιούμαστε να το κάνουμε αυτό, κύριε Υπουργέ.

Σας ευχαριστώ.