Ομιλία Παναγιώτας Δριτσέλη στη συζήτηση του προϋπολογισμού 2015. Ολομέλεια Βουλής 5/12/2014.

 

Κυρίες και κύριοι βουλευτές, έχω την αίσθηση ότι το ερώτημα εάν τελικά η κυβερνητική αφήγηση περί εξόδου από τα μνημόνια αποτελεί πραγματικότητα ή εάν απλά είναι το επικοινωνιακό περιτύλιγμα σε μια ακόμη χρονιά θυσιών για τους πολίτες, έχει ήδη απαντηθεί τα τελευταία εικοσιτετράωρα από τις ίδιες τις εξελίξεις.

Το «βγαίνουμε από το μνημόνιο» έγινε «προληπτική γραμμή πίστωσης», η «προληπτική γραμμή πίστωσης» έγινε «παράταση του μνημονίου» και -το τελευταίο που άκουσα από τον κ. Βενιζέλο- η «παράταση» έγινε «μικρή τεχνική επέκταση». Και φυσικά το ζητούμενο δεν είναι το πώς θα βαφτίσετε αυτή τη νέα κατάσταση, αλλά η ουσία, που δεν είναι άλλη από τη συνέχιση των πολιτικών λιτότητας και της χρόνιας ύφεσης.

Είναι, λοιπόν, σαφές ότι και αυτός ο προϋπολογισμός -όπως και προηγούμενος- δεν έχει καμία σχέση με την έξοδο από την κρίση, αντίθετα διαιωνίζει τις πολιτικές που όξυναν την ύφεση, ενώ διαλύει ότι έχει απομείνει από το κοινωνικό κράτος, τα νοσοκομεία, τα σχολεία, τις συντάξεις, την προστασία των πιο αδύναμων οικονομικά συμπολιτών μας.

Συνεπώς, η ελληνική οικονομία θα επιβαρυνθεί και πάλι με ακόμα περισσότερους φόρους και αυτή η φορολογική καταιγίδα αναμένεται να οδηγήσει εκατοντάδες χιλιάδες νοικοκυριά σε απόγνωση και ακόμα περισσότερες μικρομεσαίες επιχειρήσεις στο λουκέτο.

Αξίζει να σημειωθεί ότι αυτό το φορολογικό «τσουνάμι» που περιγράφεται στο κείμενο του προϋπολογισμού δεν περιλαμβάνει τις αυξήσεις του ΦΠΑ που δίνει ως θυσία ο Υπουργός Οικονομικών στην τρόικα στο τελευταίο του email. Και μετά από όλα αυτά αναρωτιέται κανείς πού θα σταματήσει τελικά αυτή η μανία των κυβερνώντων.

Η κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι το 2015 θα αποτελέσει χρονιά μεγάλης ανάπτυξης και πραγματικά δεν γνωρίζω ποιος μπορεί να συμμεριστεί αυτή την αισιοδοξία. Πώς θα επέλθει η ανάπτυξη χωρίς κοινωνικό κράτος, χωρίς κοινωνική στήριξη και με φορολόγηση στα όρια του εξωπραγματικού; Πώς θα μειωθεί η ανεργία, όταν οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις οδηγούνται η μια μετά την άλλη στο λουκέτο; Πώς, για παράδειγμα, θα τονωθεί η οικονομία του τουρισμού, η οποία υποτίθεται ότι αποτελεί κύρια ατμομηχανή της ανάπτυξης, όταν αυξάνεται ο ΦΠΑ στα τουριστικά καταλύματα;

Είναι σαφές πως η Κυβέρνηση επιχειρεί να αποκρύψει τον αληθινό αντίκτυπο που θα έχουν τα μέτρα, που έχει συμφωνήσει με την τρόικα, στην πραγματική οικονομία και καταφεύγει για ακόμα μια φορά σε ευχολόγια, τα οποία δεν έχουν καμία σχέση με την πραγματικότητα.

Καμία ανάπτυξη και επανεκκίνηση της πραγματικής οικονομίας δεν μπορεί να επιτευχθεί όταν για το 2015 το ελληνικό δημόσιο καλείται να πληρώσει δυσβάσταχτα ποσά για τόκους και ταυτόχρονα, άλλα τόσα για την κάλυψη του στόχου του πρωτογενούς πλεονάσματος. Και αυτή η δημοσιονομική μέγγενη θα οδηγήσει και πάλι την οικονομία στο φαύλο κύκλο της ύφεσης στην οποία η κυβέρνηση θα απαντήσει εκ νέου με νέα μέτρα, όπως τα τελευταία χρόνια.

Και κάπου εδώ, λοιπόν, σ’ αυτό το σημείο ξεκινάνε και τα δύσκολα και για τους βουλευτές που στηρίζουν αυτή την κυβέρνηση, αλλά και για τον ίδιο τον πρωθυπουργό, για το κυβερνητικό success story. Και κάπου εδώ φυσικά για όλα φταίει ο ΣΥΡΙΖΑ. Και κάπου εδώ ξεκινάει το γνωστό σπιράλ λασπολογίας εναντίον της αξιωματικής αντιπολίτευσης περί λαϊκισμού, ανευθυνότητας, υποκρισίας, έλλειψης σχεδιασμού, υπονόμευσης του εθνικού συμφέροντος και πάει λέγοντας.

Ειλικρινά, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι της συγκυβέρνησης, πόσες φορές τα έχετε πει ή τα έχετε ακούσει από το βήμα της Βουλής, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο; Τελικά φαίνεται ότι δεν διδαχθήκατε τίποτα από τα ποσοστά τα οποία σας δίνουν οι δημοσκοπήσεις –και δεν θα πω για τις δημοσκοπήσεις, ούτε γιατί το λέει ο ΣΥΡΙΖΑ- ούτε διδαχθήκατε τίποτα από τα ποσοστά που πήρατε μετά τις Ευρωεκλογές.

Μάλιστα, χθες άκουσα και το εξής φοβερό. Το δυστύχημα –λέει- της χώρας είναι ότι έχει Αξιωματική Αντιπολίτευση τον ΣΥΡΙΖΑ. Και το ευτύχημα πραγματικά –ρωτάω εγώ- ποιο είναι; Που έχει μια κυβέρνηση που αδιαφορεί για την ανθρώπινη ζωή και την αξιοπρέπεια προς τέρψη μικροκομματικών επιδιώξεων; Που έχει μια κυβέρνηση πολιτικά και κοινωνικά περιθωριοποιημένη, που τη μια εβδομάδα ράβει νόμους και την άλλη τους ξηλώνει; Που δεν έχει κανέναν σχεδιασμό και πλέει στο άγνωστο με βάρκα, όχι την ελπίδα προφανώς, αλλά το φόβο, τον οποίο διαρκώς χρησιμοποιεί, προκειμένου να περάσει από την εθνική αντιπροσωπεία ότι πιο αντιλαϊκό και ότι πιο αντιδραστικό έχει θεσπιστεί σ’ αυτόν τον τόπο τα τελευταία χρόνια; Ή που έχει μια κυβέρνηση, που ενώ διατείνεται παντού τους τελευταίους μήνες ότι δεν θα παρθούν νέα μέτρα, την ίδια στιγμή γράφει καινούργια;

Για να το ξεκαθαρίσουμε, λοιπόν, το δυστύχημα είναι ένα, ότι η χώρα έχει μια κυβέρνηση που αδυνατεί να διαχειριστεί τα κρίσιμα ζητήματα του τόπου και αυτή η αδυναμία της σαφώς και πηγάζει από την έλλειψη της λαϊκής στήριξης.

Όσο η Νέα Δημοκρατία και το ΠΑΣΟΚ αρνούνται τη λαϊκή ετυμηγορία τόσο τα αδιέξοδα θα αυξάνονται με ραγδαίους ρυθμούς. Και απαντάμε το εξής: την εμμονή να γαντζωθείτε στην εξουσία, κυρίες και κύριοι της συγκυβέρνησης, δεν θα την πιστωθεί ο ΣΥΡΙΖΑ, αλλά ούτε και ο ελληνικός λαός.

Αγνοούμε την προσπάθεια μερικών να μας εντάξουν σε ένα μνημονιακό κάδρο. Απευθυνόμαστε στην κοινωνία με ένα σχέδιο εθνικής ανασυγκρότησης που θέτει ως βάση του και αρχή του την ανάσχεση της ανθρωπιστικής κρίσης, την επανεκκίνηση της οικονομίας, την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης απέναντι στο πολιτικό σύστημα και τους θεσμούς.

Αυτό ακριβώς το πρόγραμμα, το οποίο αρχικά προσπάθησαν τα κυβερνητικά επιτελεία μάταια να αποδομήσουν και έπειτα άκαρπα να μιμηθούν, αυτές ακριβώς οι θέσεις οδήγησαν -όσο και αν δεν θέλετε να το παραδεχθείτε- το κυβερνητικό έργο σε ασφυξία.

Ένα μέτρο, λοιπόν, καλούμε την κυβέρνηση να λάβει και το οποίο είναι το μόνο που μπορεί να ανακουφίσει τους πολίτες, να οδηγήσει τη χώρα συντεταγμένα σε εκλογές, ώστε ο λαός να αποφασίσει εάν επιθυμεί τη συνέχιση αυτού του προγράμματος διαρκούς λιτότητας ή αν θέλει, μέσω της δημοκρατικής εντολής, με τη δύναμη του να διαπραγματευθεί για να μειωθεί το χρέος, ώστε να σταματήσει η απαράδεκτη κατάσταση όπου μια φτωχή χώρα μεταφέρει πόρους σε πιο πλούσιες χώρες.